Στα χαρτιά παραμένει ουσιαστικά, μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η μονομερής κατάπαυση του πυρός από τις 20 μέχρι τις 21 Ιούνη, που ανακοίνωσε ο ουκρανός πρόεδρος Πέτρο Ποροσένκο την περασμένη Παρασκευή, υποσχόμενος αμνηστία σε όσους φιλορώσους αυτονομιστές αντάρτες παραδώσουν εθελοντικά τα όπλα και δεν έχουν διαπράξει σοβαρά εγκλήματα, ασφαλή έξοδο από τη χώρα σε όσους θέλουν να πάνε στη Ρωσία και προειδοποιώντας ότι θα εξοντώσει όσους συνεχίσουν την ένοπλη εξέγερση.
Η εξαγγελία της 7ήμερης κατάπαυσης του πυρός εντάσσεται στο πλαίσιο του «σχεδίου ειρήνης» 15 σημείων του Ποροσένκο (λεπτομέρειες δεν έχουν δημοσιοποιηθεί), το οποίο προβλέπει δημιουργία ουδέτερης ζώνης στα ρωσοουκρανικά σύνορα, που θα ελέγχεται από κοινές περιπόλους, πρόωρες περιφερειακές και κοινοβουλευτικές εκλογές, προστασία των γλωσσικών δικαιωμάτων του πληθυσμού που χρησιμοποιεί τη ρωσική ως κύρια γλώσσα και αλλαγές στο σύνταγμα που θα επιτρέπουν διεύρυνση των εξουσιών στις περιφέρειες.
Απαντώντας στο σχέδιο Ποροσένκο, η Μόσχα επέμεινε στην αναγκαιότητα της άμεσης έναρξης διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις εμπλεκόμενες πλευρές. Ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ επεσήμανε ότι τα περισσότερα σημεία του σχεδίου μοιάζουν με τελεσίγραφο και ότι λείπει το ζήτημα κλειδί, η πρόταση για έναρξη διαλόγου, στον οποίο πρέπει να συμμετέχουν όλες οι περιφέρειες και όλες οι πολιτικές δυνάμεις για να καταλήξουν σε μια συμφωνία πάνω στη συνταγματική μεταρρύθμιση. Ο Πούτιν κάλεσε και τις δύο πλευρές να σταματήσουν κάθε στρατιωτική δραστηριότητα και να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι το «σχέδιο ειρήνης» του Ποροσένκο δε θα είναι βιώσιμο και ρεαλιστικό, χωρίς πρακτικά μέτρα που θα στοχεύουν στην έναρξη της διαδικασίας ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.
Στις 23 Ιούνη, οι φιλορώσοι αυτονομιστές αντάρτες ανακοίνωσαν ότι θα σεβαστούν την κατάπαυση του πυρός που κήρυξε ο ουκρανός πρόεδρος. Η ανακοίνωση των ανταρτών έγινε την πρώτη μέρα των συνομιλιών ανάμεσα στον πρώην ουκρανό πρόεδρο Λεονίντ Κούτσμα, επικεφαλής του ΟΑΣΕ, το ρώσο πρεσβευτή στην Ουκρανία, τον αποκαλούμενο πρωθυπουργό της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ Αλεξάντερ Μποροντάι και μερικούς ακόμη πολιτικούς παράγοντες από την ανατολική Ουκρανία. Η κυβέρνηση του Κιέβου δεν εκπροσωπείται στις συνομιλίες, όμως ο Λεονίντ Κούτσμα συμμετείχε κατόπιν αιτήματος του Ποροσένκο. Είναι η πρώτη φορά που το Κίεβο δέχεται, έστω άτυπα, σε χαμηλόβαθμο επίπεδο, συνομιλίες με εκπροσώπους των «τρομοκρατών».
Ταυτόχρονα, οι αυτονομιστές αντάρτες αρνούνται να καταθέσουν τα όπλα και επιμένουν ότι θα το κάνουν μόνο αν αποσυρθεί ο ουκρανικός στρατός από τις περιφέρειές τους, ενώ η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός παραμένει ουσιαστικά στα χαρτιά, καθώς υπάρχουν πολλές καταγγελίες και από τις δύο πλευρές για παραβιάσεις, μεταξύ των οποίων η κατάρριψη από αντάρτες στην πόλη Σλαβιάνσκ στρατιωτικού ελικοπτέρου στις 24 Ιούνη, με 9 νεκρούς, ύστερα από αεροπορικό βομβαρδισμό της πόλης και της γύρω περιοχής.
Απαντώντας στην απειλή του ουκρανού προέδρου για αναστολή της κατάπαυσης του πυρός μετά την κατάρριψη του στρατιωτικού ελικοπτέρου, ο Πούτιν ζήτησε «παράταση της εκεχειρίας για να χρησιμοποιηθεί για ουσιαστικές συνομιλίες» και υπογράμμισε ότι «όσο οι ακροδεξιές δυνάμεις, όπως ο Δεξιός Τομέας, δεν αφοπλίζονται, παρά τις αναρίθμητες υποσχέσεις ότι αυτές οι παράνομες στην πραγματικότητα ομάδες θα παραδώσουν τα όπλα, είναι άσκοπο να απαιτούμε από τις δυνάμεις αυτοάμυνας στην ανατολική Ουκρανία να καταθέσουν τα όπλα. Υπενθυμίζοντας αυτό που συνέβη στην Οδησσό, λένε: Σήμερα καταθέτουμε τα όπλα και αύριο θα κα-ούμε ζωντανοί».
Στην πραγματικότητα, με την πρόταση κατάπαυσης του πυρός και το σχέδιο Ποροσένκο γίνεται αυτή τη στιγμή ένα διπλωματικό παιχνίδι. Ουσιαστικά καμιά πλευρά δεν έχει μετακινηθεί από τις θέσεις της. Παρά τους βομβαρδισμούς, οι αυτονομιστές αντάρτες διατηρούν τις θέσεις τους, δεν έχουν εμπιστοσύνη στον Ποροσένκο και εκτιμούν ότι η κατάπαυση του πυρός χρησιμοποιείται για την ανασύνταξη των δυνάμεων και την ενίσχυση των θέσεων του ουκρανικού στρατού. Κεντρικό ζήτημα στην πορεία των εξελίξεων είναι η συνταγματική μεταρρύθμιση που θα καθορίσει το βαθμό αποκέντρωσης της εξουσίας και αυτονομίας των περιφερειών της χώρας. Σ’ αυτό το κρίσιμο ζήτημα καμιά πλευρά δεν είναι διατεθειμένη, με το σημερινό συσχετισμό δυνάμεων, να κάνει υποχωρήσεις. Παρόλο που ο κυβερνητικός στρατός έχει αποδειχτεί ανίκανος να εξοντώσει τους αντάρτες, η κυβέρνηση του Κιέβου, με τις πλάτες της Δύσης, το παίζει σκληρή και αρνείται ουσιαστικά να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους αντιπάλους της. Από την άλλη, είναι βέβαιο ότι το Κρεμλίνο θα παρεμβαίνει με διάφορους τρόπους και θα συνεχίσει να πιέζει ώστε να δοθούν διευρυμένες εξουσίες στις περιφέρειες, που θα επιτρέψουν στις ρωσόφωνες ανατολικές επαρχίες να διατηρήσουν στενούς δεσμούς με τη Ρωσία και να μπλοκάρουν την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ.
Συνεπώς, είναι πολύ νωρίς για να πει κανείς ότι ανοίγει ο δρόμος ουσιαστικών διαπραγματεύσεων για την επίτευξη κάποιου συμβιβασμού. Αλλωστε, και οι συνομιλίες που ξεκίνησαν, στο επίπεδο που διεξάγονται, ούτε ουσιαστικές ούτε δεσμευτικές για τις κυβερνήσεις μπορεί να είναι, αλλά εξυπηρετούν κυρίως διπλωματικές ανάγκες των αντιπάλων. Ο μεν Ποροσένκο θέλει να δείξει ότι παίρνει μέτρα αποκλιμάκωσης της κρίσης, ενόψει της υπογραφής της συμφωνίας σύνδεσης με την ΕΕ στις 27 Ιούνη. Το δε Κρεμλίνο θέλει να αποφύγει την πίεση νέων κυρώσεων από τη Δύση και στα πλαίσια αυτά εντάσσεται ως χειρονομία καλής θέλησης και η πρόταση Πούτιν προς την Ανω Βουλή για την ανάκληση της απόφασης επέμβασης του ρωσικού στρατού στην Ουκρανία για την προστασία του ρωσικού πληθυσμού.







