Μπορεί η κυβέρνηση να θέτει –και επίσημα πλέον– ως εθνικό στόχο την προστασία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος στο πλαίσιο της όποιας λύσης «αναδιάρθρωσης» του κρατικού χρέους αποφασίσει το διαβούλιο των «μεγάλων» της Ευρωένωσης, οι τραπεζίτες όμως δεν δείχνουν την ίδια… εθνική ευαισθησία. ‘Η μάλλον, για να μη μιλάμε με γρίφους, στη γλώσσα της σύγχρονης αστικής πολιτικής εθνική ευαισθησία σημαίνει να διευκολύνεις τους τραπεζίτες να «γδέρνουν» τοκογλυφικά το κράτος και μέσω αυτού τον ελληνικό λαό.
Αυτό το εθνικό έργο επιτελείται εν πολλοίς με τον βραχυχρόνιο δανεισμό (κυρίως εξάμηνα και τρίμηνα έντοκα γραμμάτια). Μπορεί οι κρατικές εγγυήσεις να επιτρέπουν στις τράπεζες να αντλούν ρευστότητα από την ΕΚΤ με σταθερό επιτόκιο, αποφεύγοντας έτσι τα υπέρογκα γι’ αυτές επιτόκια της διατραπεζικής αγοράς, το κράτος όμως δανείζεται από τις τράπεζες με κυμαινόμενο επιτόκιο, το ύψος του οποίου καθορίζεται από το γενικότερο ύψος των ελληνικών επιτοκίων στη δευτερογενή αγορά. Μ’ άλλα λόγια, οι τράπεζες δανείζονται από την ΕΚΤ με 1,5% (1% μέχρι πρότινος) και δανείζουν το κράτος για τρεις μήνες (σίγουρη απόδοση, δηλαδή) με 4,58% (τρεις φορές πάνω), όπως συνέβη την περασμένη Τρίτη στη δημοπρασία τρίμηνων εντόκων γραμματίων, μέσω της οποίας το κράτος δανείστηκε 1,625 δισ. ευρώ. Το βραχυχρόνιο χρέος ανακυκλώνεται και διευρύνεται συνεχώς, «ταΐζοντας» τις τράπεζες.








