Oνομάζεται Ιμπραχίμ Χάμεντ. Γεννήθηκε το 1965 στη Σιλουάντ, βορειοανατολικά της Ραμάλα στην κατεχόμενη παλαιστινιακή Δυτική Οχθη. Υπήρξε στρατιωτικός διοικητής των Ταξιαρχιών Ιζ ελ-Ντιν αλ-Κασάμ στη Δυτική Οχθη και οργάνωσε πολλές αντικατοχικές επιθέσεις κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ιντιφάντα.
Επί οχτώ χρόνια οι σιωναζιστές είχαν εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη του Χάμεντ, που τον είχαν τοποθετήσει στην κορυφή του καταλόγου των καταζητούμενών τους. Η Σιν Μπετ τον χαρακτήριζε ως «τον πιο επικίνδυνο άνθρωπο» και πρόσφερε αμοιβή για πληροφορίες που θα οδηγούσαν σ’ αυτόν. Ο σιωνιστικός Τύπος του είχε δώσει προσωνύμια όπως «Το Φάντασμα» και «Ο Φοίνικας», αναφερόμενος στην εξαιρετική ικανότητά του να κρύβεται και να ανασυγκροτεί οργανωτικούς πυρήνες, παρά την εντατική καταδίωξη που υφίστατο.
Κατάφεραν να τον συλλάβουν στις 23 Μάη του 2006. Κατηγορήθηκε για την οργάνωση επιθέσεων αυτοκτονίας. Η δίκη του διήρκεσε έξι χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων η εισαγγελία της κατοχής παρουσίασε έναν ογκώδη φάκελο ασφαλείας που ξεπερνούσε τις 12.000 σελίδες. Καταδικάστηκε σε 56 ποινές ισόβιας κάθειρξης.
Είναι ένας από τους έξι διακεκριμμένους κρατούμενους που η Παλαιστινιακή Αντίσταση δεν μπόρεσε να αποφυλακίσει με τις τελευταίες ανταλλαγές, παρά τη σκληρή διαπραγμάτευση: Μαρουάν Μπαργούτι (5 ισόβια και 40 χρόνια κάθειρξη), ιστορικό στέλεχος της Φατάχ, εκ των ηγετών της Δεύτερης Ιντιφάντα, που βρίσκεται βέβαια εκτός Φατάχ εδώ και χρόνια, Αχμαντ Σααντάτ (χωρίς καταδίκη! – κατηγορείται για την εκτέλεση του ακραίου σιωναζιστή υπουργού Ζεεβί), γενικό γραμματέα του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, Αμπντάλα Μπαργούτι (67 ισόβια), ηγετικό στέλεχος της Χαμάς, και τα επίσης σημαίνοντα στελέχη της Χαμάς, Ιμπραΐμ Χάμεντ (56 ισόβια), Αμπάς Αλ-Σαγίντ (35 ισόβια) και Χασάν Σαλάμα (46 ισόβια).
Κατά τα χρόνια της φυλάκισής του, ο Ιμπραχίμ Χάμεντ αντιμετώπισε εξαιρετικά σκληρές συνθήκες. Πέρασε περίπου οκτώ χρόνια σε απομόνωση, μεταξύ των οποίων επτά συνεχόμενα χρόνια σε κελιά που στερούνταν των στοιχειωδέστερων συνθηκών διαβίωσης. Μέσω της μακροχρόνιας απομόνωσης, οι αρχές κατοχής επιδιώκουν να κάμψουν τη θέληση των ηγετικών στελεχών των κρατουμένων και να τα απομονώσουν πλήρως από τον έξω κόσμο και από τους υπόλοιπους συντρόφους τους. Ο Χάμεντ υποβλήθηκε σε διάφορες μορφές σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων κατά τη διάρκεια μακρών περιόδων ανάκρισης, στη διάρκεια των οποίων η κατοχή απέτυχε να του αποσπάσει οποιαδήποτε ομολογία.
Τα δεινά της οικογένειας του κρατούμενου Χαμέντ δεν σταμάτησαν με τη σύλληψή του, αλλά επεκτάθηκαν και στη σύζυγό του, την οποία συνέλαβαν οι δυνάμεις κατοχής και στη συνέχεια απέλασαν διά της βίας στην Ιορδανία. Η κατοχή εμπόδισε αρχικά τα παιδιά του να ακολουθήσουν τη μητέρα τους και επέβαλε αυστηρούς περιορισμούς στις μετακινήσεις των υπόλοιπων μελών της οικογένειας, εμποδίζοντάς τα να επικοινωνούν κανονικά ή να τον επισκέπτονται. Οι αρχές κατοχής έχουν απαγορεύσει στη σύζυγο και τα παιδιά του κρατούμενου να εισέλθουν στην Παλαιστίνη από τη στιγμή που έφυγαν από αυτήν, στο πλαίσιο της πολιτικής συλλογικής τιμωρίας που εφαρμόζουν εναντίον των οικογενειών των μαχητών της Αντίστασης. Η οικογένεια ζει σε κατάσταση αναγκαστικού διασκορπισμού και στερείται τη δυνατότητα να βλέπει τον πατέρα της, ο οποίος βρίσκεται πίσω από τα κάγκελα εδώ και δύο δεκαετίες.
Πέρα από την αντιστασιακή του δράση και την αλύγιστη στάση του στη φυλακή, o Iμπραχίμ Χάμεντ θεωρείται και ένας από τους σημαντικότερους παλαιστίνιους πολιτικούς στοχαστές, καθώς καταφέρνει να βγάζει από τη φυλακή άρθρα και αναλύσεις για το παλαιστινιακό ζήτημα. Λίγο πριν από τον Κατακλυσμό του Αλ-Ακσα, δημοσίευσε ένα άρθρο στο οποίο έδωσε έναν απλό και σαφή τίτλο: «Για την αποκατάσταση της αξίας της απελευθέρωσης της Παλαιστίνης». Το άρθρο αποτελούσε το θεωρητικό συμπέρασμα ενός βετεράνου μαχητή και μια έκκληση προς όλους τους Παλαιστίνιους να συσπειρωθούν γύρω από έναν και μοναδικό στόχο: τη συνέχιση της αντιπαράθεσης με τον σιωνιστή εχθρό μέχρι την εξάλειψή του. Οι εξελίξεις δικαίωσαν πλήρως τον Ιμπραχίμ Χάμεντ.
Πριν από μερικές μέρες, οι σιωναζιστικές δυνάμεις εισέβαλαν στη Σιλουάντ, τη γενέτειρα του Ιμπραχίμ Χάμεντ. Στους περίπου 25 Παλαιστίνιους που συνέλαβαν και περνούσαν από επί τόπου ανάκριση, με ξυλοδαρμούς και απειλές (τρεις Παλαιστίνιοι μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο τραυματισμένοι από τα βασανιστήρια της ανάκρισης), έδειχναν φωτογραφίες του κρατούμενου Χάμεντ σιδηροδέσμιου σε χέρια και πόδια, σε ένα κελί απομόνωσης. Τις ίδιες φωτογραφίες κόλλησαν και σε τοίχους της πόλης.
Ηταν μια επιχείρηση τρομοκρατίας με το μήνυμα: «Αυτά θα πάθουν όσοι αντιστέκονται στο Ισραήλ».
Μπορούν να τρομοκρατηθούν οι Παλαιστίνιοι με τέτοιες εικόνες; Μήπως δεν ξέρουν τι τραβούν οι κρατούμενοί τους στις σιωνιστικές φυλακές; Αν ήταν οι στοχευμένες δολοφονίες, οι φυλακίσεις, τα βασανιστήρια, η εφαρμογή της ναζιστικής αρχής της οικογενειακής ευθύνης να τρομοκρατούν τους Παλαιστίνιους, η αντίστασή τους θα είχε σταματήσει πριν από πολλές δεκαετίες.
Ο Σύλλογος Παλαιστίνιων Κρατουμένων κατήγγειλε ότι η εκμετάλλευση των δεινών του κρατούμενου Χάμεντ, ηλικίας 61 ετών, υπερβαίνει τον άμεσο εκφοβισμό ατόμων και συνιστά απόπειρα επηρεασμού της συλλογικής παλαιστινιακής συνείδησης, μέσω της αξιοποίησης εικόνων κρατουμένων και των συνθηκών στις οποίες υποβάλλονται μέσα στις φυλακές, με στόχο τη διάδοση του φόβου και την υπονόμευση της εικόνας και της θέσης του παλαιστίνιου αγωνιστή στη συλλογική συνείδηση.
Ο Σύλλογος επισήμανε ότι αυτές οι πρακτικές συμπίπτουν με την κλιμάκωση των βασανιστηρίων, της απομόνωσης και της στέρησης βασικών δικαιωμάτων που αντιμετωπίζουν οι κρατούμενοι μέσα στις φυλακές της κατοχής και αποκαλύπτει και άλλες διαστάσεις των πολιτικών της κατοχής, οι οποίες βασίζονται στην υποταγή των Παλαιστινίων. Οι πολιτικές αυτές δεν περιορίζονται στις συλλήψεις, τους ξυλοδαρμούς και την κακομεταχείριση, αλλά επεκτείνονται σε προσπάθειες επηρεασμού της συλλογικής συνείδησης, συνδέοντας την εικόνα του παλαιστίνιου αγωνιστή με το φόβο, την τιμωρία και την τύχη που περιμένει τους κρατουμένους στις φυλακές, εν μέσω της κλιμάκωσης των εγκλημάτων και των παραβιάσεων εις βάρος τους, συμπεριλαμβανομένων των βασανιστηρίων, της απομόνωσης και της στέρησης βασικών δικαιωμάτων.
Πρόσθεσε ότι όσα συνέβησαν στη Σιλουάντ εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πρακτικών που στρέφονται κατά της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της συνείδησης των Παλαιστίνιων και χρησιμοποιούν τη σύλληψη, την ανάκριση, τη σωματική κακοποίηση και την ψυχολογική πίεση ως μέσα εξαναγκασμού, σε μια προσπάθεια επιβολής του φόβου τόσο στους ίδιους όσο και στο κοινωνικό τους περιβάλλον.
Ο Σύλλογος επισήμανε ότι η επιτόπια ανάκριση χρησιμοποιείται πλέον, κατά τη διάρκεια των εισβολών, ως μέσο κακομεταχείρισης των πολιτών, καθώς συνοδεύεται από κρατήσεις, σωματικές επιθέσεις και ψυχολογικές πιέσεις, εκθέτοντάς τους σε παραβιάσεις και προσβάλλοντας την αξιοπρέπεια και τη σωματική τους ακεραιότητα.
Υπογράμμισε ότι η απελευθέρωση της πλειονότητας όσων στοχοποιήθηκαν δεν αναιρεί τη σοβαρότητα όσων υπέστησαν κατά τη διάρκεια της κράτησης και της ανάκρισης ούτε εξαλείφει τις σωματικές και ψυχολογικές συνέπειες αυτών των πρακτικών. Η στοχοποίηση των πολιτών με αυτές τις μεθόδους, παράλληλα με την κλιμάκωση των εγκλημάτων κατά των κρατουμένων μέσα στις φυλακές, καταδεικνύει τη διασύνδεση των πολιτικών που εφαρμόζει η κατοχή εις βάρος των Παλαιστίνιων, τόσο εντός όσο και εκτός των φυλακών, καθώς και τις προσπάθειές της να επιβάλει ένα σύστημα εκφοβισμού και υποταγής που πλήττει τόσο το άτομο όσο και την παλαιστινιακή κοινωνία.
Εκτός από τη Σιλουάντ, οι ισραηλινές δυνάμεις κατοχής είχαν εισβάλει το ίδιο βράδυ στις πόλεις Ιμάτιν, Μπέιτ Ντάτζαν, Μπέιτ Φουρίκ και στον προσφυγικό καταυλισμό αλ-Φουάρ. Συνέλαβαν, ανέκριναν και κακοποίησαν περισσότερους από 60 πολίτες σε διάφορες πόλεις και περιοχές της Δυτικής Όχθης, η πλειονότητα των οποίων αφέθηκε αργότερα ελεύθερη.
Μεταξύ των συλληφθέντων ήταν ο Γιαμέν Αμρού, από την Ντούρα της Χεβρώνας, ο οποίος συνελήφθη στις 3:00 τα ξημερώματα, αφού είχε περάσει ολόκληρη την ημέρα στο πλευρό του πατέρα του που έπασχε από καρκίνο. Σύμφωνα με την οικογένειά του, ο πατέρας του πέθανε στις 6:00 το πρωί, ενώ ο Γιαμέν στερήθηκε τη δυνατότητα να τον αποχαιρετήσει, χωρίς να γνωρίζει ότι είχε πεθάνει.










