Ενα εξαιρετικά αποκαλυπτικό άρθρο, γραμμένο από έξι αλβανίδες διανούμενες, δημοσιεύτηκε χτες στο Middle East Eye. Το άρθρο αποκαλύπτει τις εκτεταμένες και συνεχώς διευρυνόμενες σχέσεις του Εντι Ράμα με το καθεστώς των σιωναζιστών του Τελ Αβίβ, υπό το πρόσχημα της απότισης τιμής στους Αλβανούς που προστάτεψαν εβραίους (οι οποίοι βαφτίζονται «Ισραηλινοί» ενώ δεν ήταν παρά αλβανοί εβραίοι).
Είναι ιστορικά ακριβές ότι η Αλβανία υπήρξε η μοναδική κατεχόμενη χώρα της Ευρώπης που δεν έγινε ούτε ένας εβραίος θύμα των ναζί. Από το 1939 μέχρι τον Σεπτέμβρη του 1943, η Αλβανία βρισκόταν υπό ιταλική κατοχή και δεν υπήρξε διωγμός των εβραίων. Οταν η Ιταλία συνθηκολόγησε και εισέβαλαν στην Αλβανία οι ναζί, δόθηκε εντολή να καταγραφούν οι εβραίοι για να έχουν την τύχη των εβραίων της υπόλοιπης κατεχόμενης Ευρώπης.
Τότε, με απόφαση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, οι περίπου 1.000 αλβανοί εβραίοι διασκορπίστηκαν στα χωριά και φιλοξενήθηκαν στα σπίτια αλβανών χωρικών. Σωστά επισημαίνουν οι συντάκτριες του άρθρου πως η «μπέσα», αυτός ο άγραφος αλβανικός κανόνας, κυριάρχησε στις συνειδήσεις των οικογενειών που φιλοξένησαν τους εβραίους συμπατριώτες τους. Κακώς, όμως, δεν αναφέρουν πως ήταν η πολιτική και οργανωτική δουλειά του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου και η ένοπλη στήριξή της από τον Λαϊκό Εθνικοαπελευθερωτικό Στρατό που επέτρεψαν να αχθεί σε πέρας αυτό το έργο. Δεν ήταν ένα άθροισμα από ατομικές πρωτοβουλίες αλλά ένα οργανωμένο εθνικό σχέδιο.
Το νεαρό (ιδρύθηκε το 1941) Κομμουνιστικό Κόμμα Αλβανίας είχε καταφέρει σε λιγότερο από δύο χρόνια να οργανώσει τον μεγαλύτερο (κατ’ αναλογία πληθυσμού) παρτιζάνικο στρατό στην κατεχόμενη Ευρώπη (72.000 μαχητές και μαχήτριες). Οταν εισέβαλαν οι ναζί τον Σεπτέμβρη του 1943, ο Λαϊκός Εθνικοαπελευθερωτικός Στρατός είχε ήδη συγκροτήσει το Γενικό Στρατηγείο του (με πολιτικό επίτροπο τον γενικό γραμματέα του ΚΚΑ Ενβέρ Χότζια και στρατιωτικό διοικητή τον Σπίρο Μοϊσίου, πρώην αξιωματικό του αλβανικού στρατού) και αντιμετώπισε τους ναζί σε μάχες σε πολλά μέτωπα, απελευθερώνοντας περιοχές (έχοντας να αντιμετωπίσει και τις προδοτικές επιθέσεις του δωσιλογικού Μπάλι Κομπετάρ), μέχρι που απελευθέρωσε ολόκληρη την Αλβανία, χωρίς καμιά ενίσχυση από ξένες δυνάμεις.
Για ένα τόσο ισχυρό, πολιτικά, κοινωνικά και στρατιωτικά, εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα η προστασία των αλβανών εβραίων ήταν υποχρέωση ηθική και εθνική. Και τη διεκπεραίωσε με απόλυτη επιτυχία.
Οταν οι ναζί διέταξαν την καταγραφή των εβραίων στις πόλεις, μέλη της Αντίστασης προειδοποίησαν τις εβραϊκές οικογένειες και οργάνωσαν τη διαφυγή τους προς τις απελευθερωμένες περιοχές. Οι εβραϊκές οικογένειες τοποθετήθηκαν σε σπίτια χωρικών σε χωριά που δεν μπορούσαν να φτάσουν οι ναζί ούτε οι συνεργάτες τους. Πολλοί εβραίοι εντάχτηκαν στις παρτιζάνικες μονάδες ως μαχητές. Αρκετοί ήταν σπουδαγμένοι (γιατροί και μηχανικοί κυρίως) και πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στους παρτιζάνικους σχηματισμούς.
Οι κομμουνιστικές αρχές της προστασίας των διωκόμενων και της ισότητας ανεξάρτητα από θρήσκευμα, εθνικότητα, φύλο κτλ. ενώθηκαν με τον παραδοσιακό κώδικα τιμής, την αλβανική «μπέσα», και το αποτέλεσμα ήταν στο τέλος του πολέμου η εβραϊκή κοινότητα της Αλβανίας να έχει διπλασιαστεί, όταν στην υπόλοιπη κατεχόμενη Ευρώπη είχε σχεδόν εξαφανιστεί.
Είναι λοιπόν ιστορική αδικία να αναφέρεται κανείς μόνο στη «μπέσα» και όχι και σε εκείνους που οργάνωσαν τη «μπέσα». Αλλωστε, η αλβανική «μπέσα» δεν εμπόδισε το Μπάλι Κομπετάρ, που εμφανιζόταν σαν εθνικό αντικομμουνιστικό κίνημα, να μπει στη δωσιλογική κυβέρνηση των ναζί και να πολεμήσει μαζί τους ενάντια στους συμπατριώτες του παρτιζάνους του Λαϊκού Εθνικοαπελευθερωτικού Στρατού.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί πως οι μετά την απελευθέρωση κυβερνήσεις του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας και όλοι οι κρατικοί, εκπαιδευτικοί, πολιτιστικοί και μιντιακοί θεσμοί – ανεξάρτητα από τη δική μας πολεμική στον μικροαστικό εθνικισμό των αλβανών ηγετών και του Ενβέρ Χότζα προσωπικά – έδειξαν μια σταθερή και αταλάντευτη στάση υπέρ του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Παλαιστίνιων και δη του ένοπλου αγώνα.
Οι αλβανοί ηγέτες έμειναν πιστοί σ’ αυτό που είχε πει ο Ενβέρ Χότζια στη διάρκεια του αντικατοχικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα: «Ο ένας για όλους και όλοι για τον έναν. Η Ρωσία, η Αγγλία, η Αμερική κάνουν τον πόλεμο με μεγάλα στρατεύματα, με τανκς και αεροπλάνα, αλλά αυτό δεν αποκλείει να κάνουμε κι εμείς πόλεμο με κείνο το μοναδικό ντουφέκι που έχουμε… Ο πόλεμος δε γίνεται ούτε με τριαντάφυλλα ούτε με βαμπάκι και η λευτεριά δεν καταχτιέται ούτε με λόγια ούτε με συμβιβασμούς, αλλά με μόχθο και αίμα». Αυτό πρέπει να το γνωρίζουν οι σημερινές αλβανικές γενιές και όχι να καταχωνιάζεται στο κελάρι της Ιστορίας. Να ασκηθεί ανελέητη κριτική στο Κόμμα Εργασίας Αλβανίας και στο σύστημα που έχτισε και διαχειρίστηκε, όχι όμως να διαστρεβλώνεται η ιστορική αλήθεια, για να δικαιολογηθεί ο σημερινός αστισμός.
Κατά τα άλλα, το άρθρο των έξι αλβανίδων διανοούμενων, γραμμένο από τη σκοπιά ενός μικροαστικού δημοκρατισμού, οικολογικής ευαισθησίας, αλλά και ειλικρινούς αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό, είναι διδακτικό για το πώς δουλεύει ο σιωνισμός με τα καθεστώτα των μπανανιών, τύπου Αλβανίας, Ελλάδας κτλ.
Ο Ράμα χρησιμοποιεί τον πολιτισμό για να εξωραΐσει μέσω της τέχνης τη γενοκτονία του Ισραήλ και την αυξανόμενη καταστολή
Των Κλοντιάνα Μιλόνα, Ντιάνα Μαλάι, Μπρουνίλντα Πάλι, Κριστίνα Μιλόνα, Ντριβάλντα Ντέλια και Βιόσα Μουσλίου
21 Οκτώβρη 2026
Καθώς οι διαδηλωτές αντιμετωπίζουν πλαστικές σφαίρες στα Τίρανα, η κυβέρνηση του Έντι Ράμα επικαλείται την προστασία των Εβραίων από την Αλβανία κατά τη διάρκεια του πολέμου για να δικαιολογήσει την εμβάθυνση των δεσμών με το Ισραήλ.
Τον Μάη του 2026, οι κάτοικοι του Ζβέρνετς, κοντά στην Αυλώνα, ξύπνησαν και διαπίστωσαν ότι μια ακτογραμμή στην οποία είχαν επί χρόνια ελεύθερη πρόσβαση είχε περιφραχτεί με συρματοπλέγματα. Όταν ένας από αυτούς απομακρύνθηκε διά της βίας από μασκοφόρους ιδιωτικούς φρουρούς ασφαλείας μπροστά σε αλβανούς αστυνομικούς, οι οποίοι παρέμειναν αμέτοχοι χωρίς να παρέμβουν, οι εικόνες του περιστατικού διαδόθηκαν γρήγορα, προκαλώντας δημόσια οργή.
Έκτοτε, οι διαμαρτυρίες έχουν εξαπλωθεί σε ολόκληρη την Αλβανία και στην αλβανική διασπορά, ενώ οι διαδηλώσεις στα Τίρανα συνεχίζονται για περισσότερους από τέσσερις μήνες.
Το κίνημα, γνωστό ως Επανάσταση των Φλαμίνγκο, πήρε το όνομά του από τα ροζ φλαμίνγκο της λιμνοθάλασσας Νάρτα, ενός προστατευόμενου υγροτόπου που εκχερσώνεται για την κατασκευή ενός πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων πολυτελούς τουριστικού συγκροτήματος, το οποίο συνδέεται με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ και υποστηρίζεται από τον πρωθυπουργό Έντι Ράμα.
Στη συνέχεια, τον Οκτώβρη, οι διαμαρτυρίες κλιμακώθηκαν. Οι διαδηλώσεις στα Τίρανα, με επικεφαλής φοιτητές και με αίτημα την παραίτηση του Ράμα, αντιμετωπίζονται με πλαστικές σφαίρες, εκτοξευτήρες νερού και δακρυγόνα από τις 13 Οκτώβρη. Μέχρι τις 18 Οκτώβρη, σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας της Αλβανίας, είχαν τραυματιστεί 272 άνθρωποι.
Η Affinity Partners του Κούσνερ, η οποία προωθεί επενδυτικούς δεσμούς μεταξύ του Ισραήλ και του αραβικού κόσμου, συνδέεται με το τουριστικό συγκρότημα στην Αλβανία. Ο Κούσνερ συμμετέχει επίσης στο σχέδιο «ανασυγκρότησης» της Γάζας «μετά» τη γενοκτονία. Η Αλβανία συγκαταλέγεται επίσης στις πέντε χώρες που προετοιμάζονται να αναπτύξουν στρατεύματα στη Γάζα, στο πλαίσιο της Διεθνούς Δύναμης Σταθεροποίησης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.
Σε απόσταση μικρότερη των 10 χιλιομέτρων από το Ζβέρνετς, η Elbit Systems, η μεγαλύτερη στρατιωτική εταιρία του Ισραήλ, αναζωογονεί την Αλβανική Σχολή Αεροπορίας, σε συνεργασία με την αμφιλεγόμενη κρατική στρατιωτική εταιρεία Kayo, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατιωτικής συνεργασίας.
Διαμαρτυρίες για το Μουσείο του Ολοκαυτώματος
Δύο χιλιόμετρα πιο πέρα, στην παλιά πόλη της Αυλώνας, κατασκευάζεται το Αλβανικό Εβραϊκό Μουσείο, το οποίο τιμά τους Αλβανούς που έσωσαν Εβραίους κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το έργο έχει προκαλέσει παρατεταμένες διαμαρτυρίες στην Αυλώνα, όπου πολίτες και ακτιβιστές αντιτίθενται στην εγκατάσταση του μουσείου στο Εθνογραφικό Μουσείο, ένα κτίριο μείζονος εθνικής πολιτιστικής σημασίας.
Οι αντιρρήσεις τους επικεντρώνονται σε δύο ζητήματα: αφενός, στο αίτημα για επιβολή εμπάργκο στο Ισραήλ, αντί για διεύρυνση των πολιτιστικών δεσμών μαζί του ενόσω συνεχίζει τον πόλεμό του εναντίον των Παλαιστινίων· αφετέρου, στην ανησυχία ότι το έργο παραγκωνίζει την τοπική ιστορία προς όφελος των γεωπολιτικών και ιδιωτικών συμφερόντων της κυβέρνησης.
Οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται στην Αυλώνα. Διαδηλώσεις έχουν πραγματοποιηθεί και στα Τίρανα, μεταξύ άλλων έξω από το αλβανικό υπουργείο Πολιτισμού.
Το κίνημα «Επανάσταση των Φλαμίνγκο» υποστηρίζει ότι το μουσείο στην Αυλώνα αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου μοτίβου πολιτιστικής διπλωματίας, η οποία υπαγορεύεται από πολιτικά συμφέροντα και όχι από την ανάγκη διαφύλαξης της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Αυτή η εικόνα της Αυλώνας αποκαλύπτει πώς συνδέονται μεταξύ τους τα πολυτελή θέρετρα στη μία πλευρά της ακτής, η στρατιωτικοποίηση στην κοντινή περιοχή και η πολιτιστική διπλωματία στην ενδοχώρα. Δείχνει επίσης πώς η ιστορική μνήμη επιστρατεύεται ως εργαλείο ήπιας ισχύος, προκειμένου να κανονικοποιηθεί η γενοκτονία στην άλλη πλευρά της Μεσογείου.
Τα κράτη χρησιμοποιούν εδώ και πολύ καιρό τον πολιτισμό, την τέχνη και την πολιτιστική κληρονομιά για να προβάλλουν μια εικόνα ηθικής νομιμοποίησης, ενώ παράλληλα επιδιώκουν την εξυπηρέτηση των στρατηγικών τους συμφερόντων.
Το Ισραήλ έχει επενδύσει επί μακρόν στην ήπια ισχύ, ωστόσο το 2025 κατέγραψε σημαντική πτώση στον Παγκόσμιο Δείκτη Ήπιας Ισχύος, καθώς η διεθνής του εικόνα επιδεινωνόταν. Παράλληλα, αυξήθηκαν τα μποϊκοτάζ και οι διαμαρτυρίες κατά των πολιτιστικών του θεσμών σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η αποκατάσταση της διεθνούς του εικόνας αποτελεί, επομένως, ύψιστη προτεραιότητα. Οι πολιτιστικές πρωτοβουλίες και η χρηματοδότησή τους έχουν ενταθεί με στόχο τη βελτίωση της διεθνούς εικόνας του Ισραήλ. Παράλληλα, αξιοποιείται ο εξωραϊσμός μέσω της τέχνης, με σκοπό να αποσπαστεί η προσοχή από την κρατική βία ή να νομιμοποιηθεί αυτή η βία.
Η ενίσχυση των πολιτιστικών δεσμών με την Αλβανία προσφέρει στο Ισραήλ συμβολική επιβεβαίωση εν μέσω της διεθνούς κατακραυγής, ενώ επιτρέπει στην αλβανική κυβέρνηση να παρουσιάζει τη στενή της σχέση με το Ισραήλ ως επιλογή που εδράζεται σε ιστορικούς και ηθικούς λόγους.
Η διμερής συνεργασία μεταξύ Ισραήλ και Αλβανίας απέκτησε μεγαλύτερη πολιτική σημασία μετά τον Οκτώβρη του 2023. Καθώς το Ισραήλ ερχόταν αντιμέτωπο με ολοένα εντονότερες διεθνείς διαμαρτυρίες, μποϊκοτάζ και διπλωματικό και νομικό έλεγχο, η Αλβανία διεύρυνε τη συνεργασία της με το Ισραήλ στους τομείς του πολιτισμού, της ιστορικής μνήμης, της εκπαίδευσης και του τουρισμού.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διεύρυνση διαδραμάτισε η μνήμη της διάσωσης των Εβραίων από τους Αλβανούς κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος. Η μνήμη αυτή συνδέεται όλο και περισσότερο με την έννοια της μπέσα (besa), ενός παραδοσιακού αλβανικού κώδικα τιμής.
Μέχρι πρόσφατα, στην Αλβανία δεν είχαν αναπτυχθεί θεσμικές δομές για τη διατήρηση της μνήμης του Ολοκαυτώματος αντίστοιχες με εκείνες άλλων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης. Η ιστορία των Αλβανών που προστάτευσαν Εβραίους επικαλούμενοι τον πολιτισμικό κώδικα της μπέσα παρουσιαζόταν συνήθως περισσότερο ως πατριωτική και πολιτιστική αφήγηση παρά ως αντικείμενο συστηματικής ιστορικής μελέτης.
Αν και μέχρι πρότινος βρισκόταν στο περιθώριο της διεθνούς μνήμης του Ολοκαυτώματος, η Αλβανία αναδεικνύεται πλέον σε έναν νέο, «ανακαλυφθέντα» τόπο μνήμης και τιμής των θυμάτων. Μετά την κατάρρευση του κρατικού σοσιαλισμού, η ιστορία της προστασίας των Εβραίων από τους Αλβανούς αναδείχτηκε εκ νέου και προβλήθηκε ως απόδειξη της ηθικής αξιοπιστίας της Αλβανίας ως ευρωπαϊκής χώρας.
Η μνήμη του Ολοκαυτώματος ως διπλωματικό εργαλείο
Η αφήγηση για τη διάσωση των Εβραίων από την Αλβανία έχει λάβει υλική υπόσταση μέσω μουσείων, μνημείων, μετονομασιών δρόμων, εκπαιδευτικών προγραμμάτων και συνεργασιών με ισραηλινούς και διεθνικούς θεσμούς που ασχολούνται με το Ολοκαύτωμα.
Το Μουσείο Σολομών άνοιξε στο Μπεράτι το 2018 και το Μνημείο του Ολοκαυτώματος στα Τίρανα το 2020, ενώ η Οδός των Εβραίων στην Αυλώνα έχει ενταχθεί στο τοπίο της πολιτιστικής κληρονομιάς της Αλβανίας.
Εχουν επίσης ανακοινωθεί δύο νέα μουσεία αφιερωμένα στην ιστορία της προστασίας των Εβραίων από τους Αλβανούς. Το Μουσείο Μπέσα στα Τίρανα χρηματοδοτείται από τον ισραηλινό φιλάνθρωπο Αλεξάντερ Μάχκεβιτς, σε συνεργασία με το υπουργείο Πολιτισμού, και έχει σχεδιαστεί από το αρχιτεκτονικό γραφείο Oppenheim Architecture.
Το Αλβανικό Εβραϊκό Μουσείο στην Αυλώνα χρηματοδοτείται από το Αλβανοαμερικανικό Ιδρυμα Ανάπτυξης και έχει σχεδιαστεί από αρχιτέκτονες με έδρα το Τελ Αβίβ.
Απόγονοι εβραϊκών οικογενειών που είχαν βρει καταφύγιο σε αλβανικά σπίτια συμμετείχαν σε έργα μνημόνευσης που μετατρέπουν τους τόπους όπου προσφέρθηκε καταφύγιο σε χώρους ιστορικής μνήμης και τουρισμού.
Το πρόγραμμα «Qarrishta for the Jews», για παράδειγμα, τιμά τη διάσωση 26 Εβραίων από την οικογένεια Μπιτσάκου, συνδυάζοντας έναν χώρο μνήμης με οργανωμένες ξεναγήσεις, πεζοπορίες και αναπαραστάσεις της φιλοξενίας που βασιζόταν στην μπέσα.
Η επανειλημμένη επίκληση της μπέσα έχει ιδιαίτερη σημασία. Ως ηθική υποχρέωση που απορρέει από το εθιμικό δίκαιο της Αλβανίας και επιβάλλει την προστασία του φιλοξενούμενου με κάθε κόστος, η μπέσα έχει καταστεί προνομιακό ερμηνευτικό εργαλείο για την ανάδειξη της αλβανικής ιδιαιτερότητας κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος.
Η σημερινή αξιοποίησή της ενέχει τον κίνδυνο να μετατρέψει μια ιστορικά και κοινωνικά προσδιορισμένη πρακτική σε πολιτικό εργαλείο, παρουσιάζοντας την προστασία των Εβραίων από την Αλβανία κατά τη διάρκεια του πολέμου ως έναν διαρκή ηθικό δεσμό με το Ισραήλ.
Η σύγχυση ανάμεσα στους Εβραίους ως ιστορική και θρησκευτική κοινότητα και στους Ισραηλινούς ως πολίτες ενός σύγχρονου κράτους είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Στα αλβανικά, η λέξη izraelit μπορεί να σημαίνει και τα δύο: τόσο «Ισραηλίτης», παλαιότερος όρος για τους Εβραίους, όσο και «Ισραηλινός». Αυτό διευκολύνει την ολίσθηση από τη μία έννοια στην άλλη.
Το ιστορικό έργο του Γιόζεφ Γιακοέλ για τους Εβραίους της Αλβανίας, Izraelitet ne Shqiperi, το οποίο γράφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και εκδόθηκε στα αλβανικά το 2020, χρησιμοποιεί τη λέξη izraelit με την παλαιότερη σημασία της. Ωστόσο, μια αγγλόφωνη παρουσίαση του βιβλίου αποδίδει τον τίτλο του ως «Ισραηλινοί στην Αλβανία» και αναφέρεται στους Γιακοέλ ως «ισραηλινή οικογένεια».
Αυτή η εννοιολογική ολίσθηση αποδίδει αναδρομικά στους Εβραίους που υπήρξαν θύματα του Ολοκαυτώματος ισραηλινή εθνική ταυτότητα και μετατρέπει διακριτικά τη μνήμη της διάσωσης των Εβραίων σε αφήγηση ιστορικής συγγένειας με το κράτος του Ισραήλ.
Ο πολιτισμός ως προκάλυμμα
Η αφήγηση της διάσωσης ενισχύεται μέσω εκπαιδευτικών και πολιτιστικών δράσεων, όπως η επιμόρφωση εκπαιδευτικών, εκθέσεις και συνέδρια, τα οποία πλαισιώνονται ως πρωτοβουλίες για την πρόληψη του αντισημιτισμού και εντάσσονται στη ρητορική του «ποτέ ξανά».
Αυτές οι πρωτοβουλίες φαίνεται να ευθυγραμμίζουν τη μνήμη του Ολοκαυτώματος με τις προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής, αντί να ανταποκρίνονται σε ένα εδραιωμένο εγχώριο πρόβλημα.
Η Αλβανία δεν έχει σημαντικό ιστορικό αντισημιτισμού, γεγονός που προβάλλεται με υπερηφάνεια από ισραηλινούς αρθρογράφους, οι οποίοι προωθούν ένθερμα τη χώρα ως τουριστικό προορισμό. Ακόμη και το υπό σχεδιασμό Αλβανικό Εβραϊκό Μουσείο αναφέρει: «Δεν υπήρξε ποτέ κανένα ίχνος διακρίσεων κατά των Εβραίων στην Αλβανία».
Από τον Οκτώβρη του 2023, οι εκθέσεις που χρηματοδοτούνται από το Ισραήλ, οι παρουσιάσεις βιβλίων, οι προβολές ταινιών, οι διαλέξεις και οι εβδομάδες πολιτισμού έχουν πολλαπλασιαστεί στα Τίρανα, συχνά σε κεντρικούς και συμβολικούς χώρους που συνδέονται με το κράτος.
Αυτές οι δραστηριότητες, σε συνδυασμό με τα χρηματοδοτούμενα ταξίδια αλβανών δημοσιογράφων στο Ισραήλ, πρόβαλαν μια εικόνα πολιτιστικής κανονικότητας και αμοιβαίας εκτίμησης σε μια περίοδο κατά την οποία πολιτιστικοί θεσμοί του Ισραήλ σε άλλες χώρες αντιμετώπιζαν ακυρώσεις, διαμαρτυρίες και εκστρατείες μποϊκοτάζ.
Ο τουρισμός συνέβαλε επίσης σε αυτή την κανονικοποίηση. Η έναρξη απευθείας πτήσεων μεταξύ Τελ Αβίβ και Τιράνων τον Απρίλη του 2025 οργανώθηκε ως διπλωματική εκδήλωση υψηλού επιπέδου. Ο Ράμα υποδέχθηκε τους επιβάτες της πρώτης πτήσης στο Παλάτι των Ταξιαρχιών [του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού], παρουσία ανώτατων υπουργών, ισραηλινών τουριστικών πρακτόρων, δημοσιογράφων και επιδραστικών προσώπων των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, παρουσιάζοντας την Αλβανία ως ασφαλή και φιλόξενη χώρα με μουσουλμανική πλειονότητα.
Ο Ράμα, ο οποίος είναι και ο ίδιος καλλιτέχνης, έχει συχνά εργαλειοποιήσει πολιτιστικά έργα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής εξωραϊσμού μέσω της τέχνης, χρησιμοποιώντας μουσεία, αρχιτεκτονικά θεάματα και την πολιτιστική προβολή της χώρας, για να παρουσιάσει την Αλβανία ως σύγχρονη, ανεκτική και φιλοδυτική.
Η στρατηγική αυτή τον έχει βοηθήσει να εδραιώσει την πολιτική του εξουσία, διαμορφώνοντας τις διεθνείς αντιλήψεις, προσελκύοντας το ενδιαφέρον του εξωτερικού και αποσπώντας την προσοχή από την οπισθοδρόμηση της δημοκρατίας και τις απροκάλυπτα αυταρχικές πρακτικές.
Οι διαφωνίες παρουσιάζονται ως αντιμοντέρνες, επαρχιώτικες ή εχθρικές προς την ανάπτυξη. Οι επικριτές τέτοιων έργων συχνά περιθωριοποιούνται ή απαξιώνονται και παρουσιάζονται ως εμπόδια στην αναπόφευκτη ενσωμάτωση της Αλβανίας στα παγκόσμια δίκτυα κεφαλαίου και πολιτισμού. Όταν ξέσπασαν οι διαδηλώσεις του Οκτώβρη, ο Ράμα κατηγόρησε έναν «ξένο δάκτυλο».
Αυτό το μοντέλο επιτρέπει στην κυβέρνηση να αισθητικοποιεί την πολιτική, αποσπώντας παράλληλα την προσοχή από τις δικές της αυταρχικές πρακτικές και τη διαφθορά.
Επιλεκτική μνήμη
Η υποκρισία της διακηρυγμένης δέσμευσης της κυβέρνησης για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού έγινε ιδιαίτερα εμφανής τον Ιούλη, όταν, ενώ η Επανάσταση των Φλαμίνγκο βρισκόταν στο αποκορύφωμά της, η κυβέρνηση διέθεσε 4 εκατομμύρια ευρώ από δημόσιους πόρους για την κατασκευή ενός σταδίου ειδικά για τη φιλοξενία του Κάνιε Γουέστ (Ye), παρά τις ανοιχτά αντισημιτικές δηλώσεις του.
Ο Ράμα δήλωσε ότι τα χρήματα δαπανήθηκαν «για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να εκτεθεί η Αλβανία στα μάτια σχεδόν 25.000 ξένων επισκεπτών». Ήταν άλλη μια προσπάθεια να παρουσιαστούν οι διαδηλωτές ως οπισθοδρομικοί, ανίκανοι να αντιληφθούν το υποτιθέμενο πεπρωμένο της Αλβανίας ως κέντρου της παγκόσμιας μουσικής σκηνής.
Ξεκινήσαμε από την Αυλώνα, όπου συρματοπλέγματα απέκλεισαν μια ακτογραμμή που οι κάτοικοι γνώριζαν ανέκαθεν ως ανοιχτή και όπου μια περιφραγμένη λιμνοθάλασσα, μια στρατιωτικοποιημένη σχολή αεροπορίας και ένα μουσείο αφιερωμένο στη διάσωση των Εβραίων από την Αλβανία βρίσκονται σε απόσταση λίγων μόλις χιλιομέτρων μεταξύ τους, συγκεντρωμένα σε ένα ενιαίο τμήμα της ακτής.
Η Αυλώνα προσφέρει επίσης μια διαφορετική οπτική. Στις 21 Αυγούστου, τρία σκάφη του Παγκόσμιου Στόλου Sumud έφτασαν στο λιμάνι της πόλης, διασχίζοντας την Αδριατική προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που είχε ακολουθήσει, 35 χρόνια νωρίτερα, το φορτηγό πλοίο Vlora με προορισμό το Μπάρι της Ιταλίας. Η μαζική έξοδος του 1991 παραμένει βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη των Αλβανών.
Ενώ η πολιτιστική διπλωματία της κυβέρνησης επιλέγει να θυμάται την μπέσα ως έναν κληρονομημένο δεσμό με το κράτος του Ισραήλ, η άφιξη του στόλου υπενθύμισε μια διαφορετική, παλαιότερη αλληλεγγύη, η οποία συνέδεε την ίδια την ιστορία της φυγής και της προσφυγιάς στην Αλβανία με τον παλαιστινιακό αγώνα για το δικαίωμα επιστροφής στη γη.
Στην ίδια πόλη όπου υψώθηκαν οι φράχτες, η άφιξη αυτή αποτέλεσε μια σιωπηλή πράξη άρνησης: μια υπενθύμιση ότι η μνήμη, όπως και η ίδια η ακτογραμμή, εξακολουθεί να αποτελεί πεδίο αντιπαράθεσης και ότι όποιος ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο αφηγείται κανείς το παρελθόν ελέγχει πολύ περισσότερα από το ίδιο το παρελθόν.
Η Κλοντιάνα Μιλόνα είναι δημιουργός που εργάζεται με τις εικαστικές τέχνες και το χώρο και δραστηριοποιείται μεταξύ Τιράνων και Ρότερνταμ. Ασχολείται με τον γραπτό λόγο, τον ήχο και την κινούμενη εικόνα, διερευνώντας ζητήματα χωρικής δικαιοσύνης και γεωγραφίες της αντίστασης.
Η Ντιάνα Μαλάι είναι πολιτιστική ακτιβίστρια, συγγραφέας και ερευνήτρια με έδρα την Αλβανία. Είναι συνιδρύτρια της Ata («Αυτοί»), μιας συλλογικότητας ακτιβιστών στην Καμζά, και συνεπιμελήτρια του τοπικού ειδησεογραφικού ιστότοπού της, Nyje.al.
Η Μπρουνίλντα Πάλι είναι επίκουρη καθηγήτρια δυναμικής των συγκρούσεων και διακυβέρνησης στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ. Ερευνά, διδάσκει και δημοσιεύει έργα σχετικά με την αποκαταστατική δικαιοσύνη, την περιβαλλοντική δικαιοσύνη και την κοινωνική δικαιοσύνη, καθώς και την ποινικοποίηση του ακτιβισμού.
Η Κριστίνα Μιλόνα είναι ερευνητική δημοσιογράφος και ερευνήτρια, με έδρα τα Τίρανα και τη Βιέννη, που ασχολείται με τη μετανάστευση, τη βία στα σύνορα και την εξωτερίκευση του συνοριακού ελέγχου. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στις διακρατικές πολιτικές queer φεμινισμού από τη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών (SOAS) του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και υποψήφια διδάκτορας στο Κεντροευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Βιέννης, όπου ερευνά τη φυλετικοποίηση των αλβανών ανδρών αιτούντων άσυλο στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η Ντριβάλντα Ντέλια εργάζεται στη διασταύρωση της κοινωνίας των πολιτών και της ακαδημαϊκής έρευνας, εστιάζοντας στις κοινωνικές κινητοποιήσεις των γυναικών και στις κινητοποιήσεις που σχετίζονται με το φύλο, καθώς και στις κοινωνικοπολιτικές δυναμικές της νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η Βιόσα Μουσλίου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια διεθνών σχέσεων στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών (Vrije Universiteit Brussel). Η έρευνά της επικεντρώνεται στις διεθνείς και ευρωπαϊκές παρεμβάσεις και στην οικοδόμηση κρατών.
ΠΗΓΗ: Middle East Eye









