Μέσα στον ορυμαγδό που προκάλεσε η αναγνώριση του Τουρκολιβυκού Μνημόνιου και από τη Βουλή της Λιβύης, δηλαδή από το βιλαέτι που έχει στήσει στην Ανατολική Λιβύη, με πρωτεύουσα τη Βεγγάζη, ο φύλαρχος-στρατάρχης Χαλίφα Χαφτάρ, πέρασαν στο ντούκου οι απαντήσεις που έδωσε στην ανταποκρίτρια των «Νέων» στις Βρυξέλλες ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν, στο πλαίσιο ομιλίας του στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Πολιτικής (EPC).
Με τον αέρα του εκπρόσωπου μιας περιφερειακής δύναμης και στιλ ευρωπαίου πολιτικού των συναινέσεων, ο Φιντάν, που συναντήθηκε και με την ύπατη εκπρόσωπο της ΕΕ Κάγια Κάλας, παρέδωσε ένα καλό μάθημα διπλωματίας, «ταπώνοντας» τους έλληνες εθνικιστές.
Τι άλλο εκτός από «τάπωμα» είναι η απάντησή του στο ερώτημα αν θα προχωρήσει το νομοσχέδιο περί Γαλάζιας Πατρίδας; Ο Φιντάν επανέλαβε με λίγες λέξεις αυτό που έχει ειπωθεί και άλλες φορές από την τουρκική πολιτική ηγεσία:
«Δεν υπάρχει νομοσχέδιο για τη Γαλάζια Πατρίδα. Το ζήτημα του θαλάσσιου πάρκου δεν έχει τεθεί ακόμη προς συζήτηση».
Πώς μας τα χαλάς έτσι Χακάν μπέη; Εδώ στην Ελλάδα όλοι κινούνται με βάση το «νομοσχέδιο για τη Γαλάζια Πατρίδα», που μπορεί να μην το έχουν δει, να μην έχει κατατεθεί στην τουρκική εθνοσυνέλευση, να μην έχει δημοσιευτεί (αποσπάσματά του έστω) στον τουρκικό Τύπο, αλλά εδώ θεωρείται δεδομένο. Με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να έχουν ζωστεί τα φυσεκλίκια και να καλούν και τον Μητσοτάκη να κάνει το ίδιο, προκαλώντας τις απαραίτητες κυβερνητικής δηλώσεις εθνικής αποφασιστικότητας σε στιλ Κώστα Πρέκα: «Ελάτε να τα πάρετε».
Σύμφωνα με την ανταποκρίτρια των «Νέων», ο Φιντάν ξεκίνησε τις απαντήσεις του με μια ευρύτερη αναφορά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Μια αναφορά στην οποία εμείς βλέπουμε ένα μείγμα υποκρισίας και διπλωματικής ειρωνείας. Την παραθέτουμε:
«Από τον Μάιο του 2023 οι δύο κυβερνήσεις έλαβαν την απόφαση να επιλύσουν τα υφιστάμενα ζητήματα, να αποφύγουν τη δημιουργία εντάσεων και να δώσουν προτεραιότητα στα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Μέχρι στιγμής η συνεργασία μας είναι αρκετά καλή. Τουλάχιστον, δεν έχουμε πλέον αερομαχίες. Το Αιγαίο έχει καταστεί ένα πιο ήρεμο μέρος τα τελευταία τρία χρόνια. Ωστόσο, στην ελληνική εσωτερική πολιτική σκηνή απαιτείται μια δόση ρητορικής κατά της Τουρκίας. Είναι σαν ασπιρίνη. Χωρίς την Τουρκία, η ελληνική εσωτερική πολιτική δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Αυτή η πραγματικότητα είναι σημαντική, καθώς εμποδίζει τη λήψη τολμηρών αποφάσεων για την επίλυση των προβλημάτων. Ο πρόεδρος Ερντογάν έχει επανειλημμένα επιδιώξει να συνεργαστεί με κάθε εκλεγμένο έλληνα πρωθυπουργό για το ίδιο ζήτημα. Είναι έτοιμος να επιστρατεύσει την απαραίτητη πολιτική βούληση για την αντιμετώπιση των επίμαχων θεμάτων. Τα ζητήματα που αφορούν τα ύδατα και το Αιγαίο απαιτούν ισχυρή πολιτική ηγεσία και από τις δύο πλευρές, ώστε να υπάρξει σύγκλιση και οριστική διευθέτηση. Κάθε φορά που συναντιόμαστε με τις ελληνικές κυβερνήσεις, διαπιστώνουμε ότι γνωρίζουν πώς να προσεγγίσουν το ζήτημα, αλλά αδυνατούν να επωμιστούν το πολιτικό κόστος».
Με την ίδια διπλωματική μαεστρία «ντρίπλαρε» και την ερώτηση για το «casus belli»:
«Οσον αφορά το “casus belli”, πολλοί θεωρούν ότι πρόκειται για απειλή πολέμου. Είναι η ελληνική εκδοχή. Εμείς, ωστόσο, δεν το έχουμε χαρακτηρίσει ως “casus belli”. Πρόκειται για μια δήλωση της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης το 1995, δεν πρόκειται για νόμο, η οποία επισημαίνει ότι εάν η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια χωρίς προηγούμενη επίλυση του ζητήματος με την Τουρκία, τότε η τουρκική κυβέρνηση οφείλει να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο για να το αποτρέψει. Η δήλωση εκδόθηκε όταν η Ελλάδα αποδέχθηκε τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), υποδηλώνοντας ότι, βάσει της εν λόγω διεθνούς σύμβασης, ενδέχεται να έχει αυτό το δικαίωμα. Αυτή η προληπτική δήλωση συνέβαλε στη διατήρηση της ειρήνης μέχρι σήμερα. Δεν συνιστά απειλή πολέμου. Μάλιστα, η Ελλάδα δεν έχει δηλώσει ποτέ ρητά ότι δεν προτίθεται να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια (12 μίλια) πριν επιλυθεί το ζήτημα με την Τουρκία. Μέχρι τώρα διατηρούμε το status quo, αναμένοντας να επιλύσουμε τα προβλήματά μας πολιτισμένα. Το ζήτημα είναι επιλύσιμο. Μόνο ο πρόεδρος Ερντογάν διαθέτει την απαιτούμενη πολιτική νομιμοποίηση ώστε να επιστρατεύσει την πολιτική βούληση που χρειάζεται για την επίλυση του προβλήματος. Συμβουλεύω τους έλληνες φίλους μου: όσο εκείνος βρίσκεται ακόμα εκεί, εκμεταλλευτείτε τη στιγμή και συνεργαστείτε μαζί του».
Οι παραπάνω τοποθετήσεις του Φιντάν δεν σχολιάστηκαν από τα ελληνικά αστικά κόμματα και τον αστικό Τύπο. Ο,τι χαλάει το εθνικιστικό αφήγημα θάβεται. Σχολιάστηκε μόνο η απάντησή του στο ερώτημα γιατί αντιδρά η Τουρκία στο καλώδιο GSI. Είπε ο Φιντάν:
«Εμείς δεν προβάλλουμε αντιρρήσεις. Συζητήσαμε γι’ αυτό με τον πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη και τον πρόεδρο κ. Μακρόν. Ο πρόεδρός μου έθεσε το θέμα στη Νέα Υόρκη, κατά τη συνάντησή του με τον πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη. Χαρακτήρισε το έργο αξιόλογο, λέγοντας ότι θα προτιμούσα να αγοράζετε ηλεκτρική ενέργεια από εμάς αντί να τη μεταφέρετε από απόσταση 2.000 χιλιομέτρων, δαπανώντας πάνω από 2 δισ. ευρώ από ευρωπαϊκά κονδύλια, μπορώ να παρέχω από απόσταση μόλις 70 μιλίων από την ηπειρωτική Τουρκία νερό, ηλεκτρική ενέργεια και φυσικό αέριο, από τα οποία θα μπορούν να επωφεληθούν όλοι: Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι και ολόκληρος ο πληθυσμός. Δεν έχουμε ακόμη θίξει το ζήτημα των αμφισβητούμενων υδάτων στο Αιγαίο. Αυτό που ζητάμε είναι, όταν ένα πλοίο διεξάγει έρευνες στη θάλασσα, να μας αποστέλλει μια γραπτή ειδοποίηση, όχι απλώς προφορική, στην οποία να αναφέρει: “Πρόκειται να προβούμε σε συγκεκριμένες ενέργειες στη συγκεκριμένη περιοχή, ορίστε οι συντεταγμένες”. Αυτό είναι το μόνο που ζητάμε. Τίποτα περισσότερο. Δεν θέλουμε να διαταραχθεί το status quo, ούτε να δημιουργηθεί ένα προηγούμενο με εντελώς λανθασμένο τρόπο, το οποίο θα προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα και για τις δύο πλευρές. Ας μην επιχειρήσουμε να διαμορφώσουμε ένα νέο status quo. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, δεν προβάλλουμε αντιρρήσεις. Είμαστε θετικοί».
Ξέροντας το παρασκήνιο που έχει προηγηθεί, με την ανάμιξη και της Γαλλίας (διαφορετικά ο Φιντάν δε θα αναφερόταν σε συζήτηση Ερντογάν-Μακρόν), ο Γεραπετρίτης έσπευσε να επινεύσει: «Εφόσον υπάρξει αδειοδότηση εκ μέρους της Ελλάδας, η ενημέρωση σχετικά με την έρευνα και την πόντιση είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε να είναι δυνατόν, με τη σαφή αναφορά ότι δεν πρόκειται για αδειοδοτική διαδικασία».
Κοροϊδεύουν τον ελληνικό λαό. Για ποια αδειοδοτική διαδικασία μιλάνε; Αφού οι επίδικες θαλάσσιες περιοχές δεν είναι αναγνωρισμένες ως ΑΟΖ ούτε της Ελλάδας ούτε της Τουρκίας. Κι αφού οι ίδιοι λένε ότι η πόντιση καλωδίων είναι ελεύθερη, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, τι αδειοδότηση χρειάζεται; Βαφτίζουν αδειοδότηση τις διαδικασίες ανάθεσης του έργου, που φυσικά θα γίνουν από τις ελληνικές κρατικές αρχές.
Από τη στιγμή που θα ενημερωθεί γραπτώς το τουρκικό κράτος, αναγνωρίζονται αυτόματα τα οιονεί δικαιώματά του στη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή, η οποία αναγνωρίζεται ως αμφισβητούμενη. Αν, για παράδειγμα, πόντιζαν ένα καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Πάτρας-Κορίνθου, θα υπήρχε ζήτημα οιασδήποτε ενημέρωσης της Τουρκίας; Οχι, βέβαια, γιατί η πόντιση θα γινόταν σε αποκλειστικά ελληνικά θαλάσσια ζώνη (χωρικά ύδατα).
Είναι προφανές ότι η ρύθμιση για το GSI συζητήθηκε και συμφωνήθηκε μεταξύ Τουρκίας και Γαλλίας. H Toυρκία δέχτηκε ότι η πόντιση καλωδίων είναι ελεύθερη σε θαλάσσιες περιοχές ακόμα και εντός ΑΟΖ μιας χώρας και η Γαλλία δέχτηκε την τουρκική απαίτηση της γραπτής ενημέρωσης για το είδος των εργασιών και τις συντεταγμένες εντός των οποίων θα πραγματοποιηθούν. Επομένως, η Τουρκία μπορεί να απαγορεύσει εργασίες για την πόντιση καλωδίων για τις οποίες δεν έχει προηγηθεί γραπτή ενημέρωσή της και κυρίως μπορεί να απαγορεύσει κάθε άλλου είδους εργασίες στη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή (π.χ. σεισμικές έρευνες για υδρογονάνθρακες).
Πώς μπορεί να τις απαγορεύσει; Καταρχάς με διπλωματικά μέσα, επικαλούμενη το «δεδικασμένο» της συμφωνίας για το GSI. Κι αν τα διπλωματικά μέσα δεν αποδώσουν, θα στείλει τον πολεμικό της στόλο, όπως έκανε πέρυσι ανοιχτά της Κάσου.
Η όλη τοποθέτηση του Χακάν Φιντάν δομήθηκε με τρόπο που να δείχνει μια Τουρκία έτοιμη να συζητήσει τα πάντα, αλλά να σκοντάφτει στην ελληνική αδιαλλαξία, διότι η ελληνική εσωτερική πολιτική κινείται σταθερά σε αντι-τουρκική κατεύθυνση. Κι επειδή, λόγω της ελληνικής αδιαλλαξίας δεν βρίσκεται οριστική λύση, ο Φιντάν παρουσίασε μια Τουρκία αποφασισμένη να διατηρήσει το status quo των «ήρεμων νερών».
Φυσικά, αν η ερώτηση γινόταν κάπου στην Τουρκία, ο τόνος και η ρητορική του Φιντάν θα κινούνταν σε καθαρά εθνικιστική κατεύθυνση. Γιατί ο εθνικισμός και ο ανθ-ελληνισμός τρέφει και την τουρκική εσωτερική πολιτική, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε. Σε ευρωπαϊκό ακροατήριο, όμως, ο Φιντάν χρησιμοποίησε μια αριστοτεχνικά δομημένη διπλωματική ρητορική, μεταφέροντας το μπαλάκι στην ελληνική πλευρά. Το χρειάζεται αυτό η Τουρκία για να προωθήσει τις κάθε είδους μπίζνες με τις ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ιδιαίτερα τις στρατιωτικο-βιομηχανικές μπίζνες.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Τζάμπα πήγαν τα «τραπεζώματα»: «μας» πούλησε ο μουστακαλής φύλαρχος-στρατάρχης…
Τι γύρευε η αλεπού στο παζάρι;
«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Ο ελληνικός λαός θα πληρώσει ένα τεράστιο κόστος για να μπει η χώρα σε συμμαχία με το Ισραήλ κατά της Τουρκίας, που προετοιμάζεται πολεμικά αναλόγως








