Ο κύβος ερρίφθη στη σιωνιστική οντότητα. Σύσσωμος ο εσμός της Κνεσέτ αποφάσισε τη διάλυσή της και τη διεξαγωγή εκλογών στις 27 του Οκτώβρη. Προηγουμένως, ψήφισαν μερικούς νόμους, για τη στρατιωτική θητεία, για τα μέσα μαζικής παραπληροφόρησης, για την αύξηση της χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων για την προεκλογική εκστρατεία κ.ά.
Η ψηφοφορία ακολούθησε ώρες αβεβαιότητας, που προκλήθηκαν από διαφωνίες μεταξύ του ηγέτη του κόμματος Σας, Αριέ Ντέρι, και των κομμάτων της αντιπολίτευσης σχετικά με την αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων. Αν το νομοσχέδιο για τη χρηματοδότηση δεν είχε εγκριθεί, η ψηφοφορία για τη διάλυση του κοινοβουλίου αναμενόταν να αναβληθεί, επιτρέποντας στην κυβέρνηση να συνεχίσει την προώθηση νομοθετικών πρωτοβουλιών, ενώ παράλληλα θα στερούσε από τα πολιτικά κόμματα εκατομμύρια σέκελ που προορίζονταν για τις προεκλογικές τους εκστρατείες.
Μιλώντας πριν από την ψηφοφορία, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κυβερνητικού συνασπισμού, Οφίρ Κατζ, δήλωσε ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός ολοκλήρωσε ολόκληρη την κοινοβουλευτική του θητεία, έχοντας ψηφίσει εκατοντάδες νόμους και εννέα κρατικούς προϋπολογισμούς. Ο πρόεδρος της Κνεσέτ, Αμίρ Οχάνα, χαρακτήρισε το απερχόμενο κοινοβούλιο ως «τη δυσκολότερη Κνεσέτ» στην ιστορία του Ισραήλ, επικαλούμενος σχεδόν τρία χρόνια πολέμου, πολιτικές διαιρέσεις και επαναλαμβανόμενες εθνικές κρίσεις.
Πριν από τη διάλυση του κοινοβουλίου, οι βουλευτές ενέκριναν, κατά τη διάρκεια ολονύκτιων συνεδριάσεων, σειρά αμφιλεγόμενων μέτρων.
Μεταξύ αυτών ήταν νομοθεσία που υποστηρίχτηκε από τα υπερορθόδοξα κόμματα και κατοχυρώνει τη μελέτη της Τορά ως θεμελιώδη αξία στους Βασικούς Νόμους του Ισραήλ, μια κίνηση που, σύμφωνα με τους επικριτές της, εδραιώνει περαιτέρω τις εξαιρέσεις των υπερορθόδοξων Εβραίων από τη στρατιωτική θητεία, παρά τις συνεχιζόμενες ελλείψεις προσωπικού στον ισραηλινό στρατό. Η Κνεσέτ ενέκρινε επίσης νομοθεσία που παρατείνει την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία στους 32 μήνες, ένα μέτρο που παρουσιάστηκε ως απάντηση στις ελλείψεις στρατιωτικού προσωπικού.
Ο ακροδεξιός αντιπολιτευόμενος, Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, κατηγόρησε τον κυβερνητικό συνασπισμό για υποκρισία, υποστηρίζοντας ότι, ενώ προστατεύει τις εξαιρέσεις των υπερορθόδοξων Εβραίων από τη στράτευση, ταυτόχρονα παρατείνει την υποχρεωτική θητεία των στρατιωτών που ήδη υπηρετούν σε πολλαπλά μέτωπα.
Ο ακόμα πιο ακροδεξιός θρησκευτικός σιωναζιστής Σμότριτς απάντησε: «Δεν θα υπάρξει ποτέ ένα εβραϊκό θεοκρατικό κράτος στο Ισραήλ. Αυτή η ιδέα περί εβραϊκής θεοκρατίας είναι ένας φανταστικός μπαμπούλας· δεν υπάρχει». Είναι ο ίδιος που σε συνέντευξή του το 2019 δήλωνε: «Βεβαίως, επιθυμία μου είναι μακροπρόθεσμα το Κράτος του Ισραήλ να κυβερνάται σύμφωνα με τον εβραϊκό νόμο· έτσι πρέπει να είναι σε ένα εβραϊκό κράτος».
🇮🇱 Smotrich contradicts Smotrich:
“There will never be a Jewish theocracy in Israel.
This idea of a Jewish theocracy is a fictional demon, it doesn’t exist.”
In a 2019 interview: “For sure, my will is that in the long term, the State of Israel be governed by Jewish law;…
— Mario Nawfal (@MarioNawfal) July 17, 2026
Οι βουλευτές ενέκριναν επίσης νομοθεσία που αναδιαρθρώνει το σύστημα ρύθμισης των σιωνιστικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων, μέσω της δημιουργίας μιας νέας Αρχής Οπτικοακουστικών Μέσων, η οποία θα υπάγεται στο υπουργείο Επικοινωνιών.
Ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με δύσκολες εκλογές. Οι δημοσκοπήσεις «σπρώχνουν» τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Μπορεί η απερχόμενη Κνεσέτ να ολοκλήρωσε μια πλήρη τετραετή θητεία —κάτι ασυνήθιστο στην πολιτική σκηνή της σιωνιστικής οντότητας (αρκεί να θυμίσουμε ότι μεταξύ 2019 και 2022 έγιναν πέντε εκλογικές αναμετρήσεις!)— όμως η προεκλογική περίοδος, που πλέον άρχισε και επίσημα, θα φορτώσει στον Νετανιάχου τις αποτυχίες των σιωναζιστών σε όλα τα μέτωπα, τη διεθνή απομόνωση της οντότητας, τα τεράστια ελλείμματα του προϋπολογισμού, το διχαστικό ζήτημα της μη στράτευσης των υπερορθόδοξων Χαρεντί, τη σύγκρουση με το δικαστικό σύστημα της οντότητας κ.ά.
Στόχος είναι η απομάκρυνση του Νετανιάχου και η ανανέωση του κυβερνώντος πολιτικού προσωπικού, ώστε να μπορεί η οντότητα να δείξει την απαιτούμενη ευελιξία. Αυτοί που θα τον διαδεχτούν δε θα διαφέρουν σε τίποτα επί της ουσίας από τον Νετανιάχου, θα μπορούν όμως να χειριστούν με τον απαιτούμενο ρεαλισμό τις ήττες τους, καθώς μαζί με την αποπομπή του Νετανιάχου θα επιδιώξουν και την περιθωριοποίηση των Σμότρις και Μπεν Γκβιρ.
Το πιο πρόσφατο γκάλοπ παρουσιάστηκε από το (δεξιό) Κανάλι 13 και δείχνει ότι ένα μπλοκ σιωνιστικών κομμάτων της αντιπολίτευσης υπό την ηγεσία του Γκάντι Άιζενκοτ, του νεοσύστατου κόμματος Γιασάρ, θα εξασφάλιζε την πλειοψηφία των εδρών στην Κνεσέτ και θα μπορούσε να σχηματίσει νέα κυβέρνηση.
Το κόμμα του πρώην αρχηγού του γενικού επιτελείου Άιζενκοτ θα εξασφάλιζε 21 έδρες, το κόμμα Λικούντ του Νετανιάχου —το μεγαλύτερο πολιτικό κόμμα στο Ισραήλ— 22 έδρες, το κόμμα Μαζί του πρώην πρωθυπουργού Ναφτάλι Μπένετ 15 έδρες, το «αριστερό» κόμμα Δημοκράτες του Γιαΐρ Γκολάν 11 έδρες, το κόμμα Γισραέλ Μπεϊτένου του Αβιγκντόρ Λίμπερμαν 10 έδρες και η συμμαχία του πρώην υπουργού Γιοάζ Χέντελ με τον Χίλι Τρόπερ, μέλος του κόμματος Εθνική Ενότητα, 4 έδρες.
Ο Νετανιάχου δεν μπορεί να βγάλει πλειοψηφία ακόμα κι αν συμμαχήσει με τα κόμματα του θρησκευτικού σιωνισμού, καθώς τα υπερορθόδοξα κόμματα Ενωμένος Ιουδαϊσμός της Τορά (UTJ) και Σας —τα οποία αποτελούν μέρος του σημερινού κυβερνητικού συνασπισμού του Νετανιάχου— θα κέρδιζαν οκτώ και επτά έδρες αντίστοιχα, το κόμμα Εβραϊκή Δύναμη (Otzma Yehudit) του υπουργού Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ επτά έδρες, ενώ το κόμμα Θρησκευτικός Σιωνισμός του υπουργού Οικονομικών Μπεζαλέλ Σμότριτς έξι έδρες.
Επομένως, σχηματίζεται ένας συσχετισμός 61 προς 50 και η σιωνιστική οντότητα εξασφαλίζει τη συνέχεια της διακυβέρνησής της, χωρίς τον Νετανιάχου που «κούρασε» είκοσι χρόνια τώρα, αλλά και χωρίς να έχει ανάγκη τα αραβικά κόμματα Χαντάς-Ταάλ και Ράαμ, που σύμφωνα με το γκάλοπ θα λάμβαναν αντίστοιχα τέσσερις και πέντε έδρες.
Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι το γκάλοπ αφήνει εκτός Βουλής το κόμμα Μπλε και Λευκό του Μπένι Γκαντζ. Σ’ αυτό το κόμμα συμμετείχε μέχρι πρότινος και ο Αιζενκοτ, μαζί μπήκαν στην κυβέρνηση και το Πολεμικό Συμβούλιο του Νετανιάχου μετά την 7η Οκτώβρη του 2023, αλλά για λόγους που δε γνωρίζουμε, σβήνουν από τον πολιτικό χάρτη τον Γκαντζ και χρίζουν επόμενο πρωθυπουργό τον Αιζενκοτ. Κάτι παραπάνω ξέρει το σιωνιστικό πολιτικό κατεστημένο, οι σιωνιστές καπιταλιστές και η αμερικάνικη CIA, που παραγγέλλουν αυτά τα γκάλοπ για να διαμορφώσουν το προεκλογικό κλίμα.
Τα σιωνιστικά μίντια ήδη αποκαλούν το μπλοκ των αντιπολιτευόμενων κομμάτων που μπορεί να φτιάξει την επόμενη κυβέρνηση (ο Αιζενκοτ είναι ο εκλεκτός, αλλά και ο Μπένετ να βγει δε θα τους χάλαγε) «σιωνιστικό μπλοκ της αντιπολίτευσης». Τα αντιπολιτευόμενα κόμματα αυτού του μπλοκ χαρακτηρίζονται συχνά στο Ισραήλ ως κεντρώα ή δεξιά, αλλά όχι ως ακροδεξιά. Η ουσία, όμως, είναι πως, αν και αντιτίθενται πολιτικά στον Νετανιάχου, πολλά από αυτά τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν παρόμοιες θέσεις με εκείνες της σημερινής σιωναζιστικής κυβέρνησης —ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούν την κατοχή του Λιβάνου και της Γάζας, καθώς και τις στρατιωτικές ενέργειες κατά του Ιράν.
Ο κυβερνητικός συνασπισμός του Νετανιάχου «θα κέρδιζε συνολικά μόνο 50 [έδρες] αν οι εκλογές διεξάγονταν σήμερα», έγραψε η Haaretz.
Μόλις τον περασμένο μήνα, το Κέντρο Βίτερμπι για την Ερευνα Κοινής Γνώμης και Πολιτικής στο Ισραηλινό Ινστιτούτο Δημοκρατίας —με έδρα την κατεχόμενη Ιερουσαλήμ— δημοσίευσε δημοσκόπηση που αποκάλυπτε ότι η πλειοψηφία των Ισραηλινών δεν θέλει τον Νετανιάχου να είναι υποψήφιος στις επερχόμενες εκλογές. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, το 61% των Ισραηλινών πιστεύει ότι ο Νετανιάχου δεν θα πρέπει να κατέβει στις εκλογές. Μόνο το 35% τάχτηκε υπέρ της υποψηφιότητας του σημερινού πρωθυπουργού.
Ο Νετανιάχου εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πολυετή ποινική δίκη για διαφθορά και άλλα σκάνδαλα, που έχει γνωρίσει μόνο συνεχείς αναβολές. Επίσης, δεν έχει καταφέρει να επιλύσει την κρίση σχετικά με τη στρατολόγηση των Χαρεντί που πλήττει το Ισραήλ, με τους υπερορθόδοξους Εβραίους (Χαρεντί) να συνεχίζουν να αποφεύγουν τη στράτευση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης να επικρίνουν τον κυβερνητικό συνασπισμό ότι τοποθετεί τους κοσμικούς εφέδρους στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης.
Ως αποτέλεσμα αυτής της κρίσης, η ηγεσία του ισραηλινού στρατού έχει προειδοποιήσει για κατάρρευση των εφεδρικών δυνάμεων. Νωρίτερα το 2026, η κρίση αυτή προκάλεσε εκκλήσεις για πρόωρες εκλογές και διάλυση της Κνεσέτ. Τον Απρίλη του 2026, οι πρώην πρωθυπουργοί Μπένετ και Γιαΐρ Λαπίντ —ηγέτης του Γες Ατίντ— συγχώνευσαν τα κόμματά τους σε μια προσπάθεια να αμφισβητήσουν πολιτικά τον Νετανιάχου.








