To Eφετείο του Παρισιού, στο οποίο προσέφυγε η Μαρίν Λεπέν κατά της πρωτόδικης καταδίκης της σε ποινή φυλάκισης και επιπλέον σε πενταετή απαγόρευση άσκησης δημόσιου αξιώματος, με την κατηγορία της υπεξαίρεσης κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πήρε μια σολομώντεια απόφαση που επιτρέπει στη Λεπέν να είναι υποψήφια στις προεδρικές εκλογές του 2027. Συγκεκριμένα, την έκρινε μεν ένοχη για το αδίκημα, όμως μείωσε σημαντικά τις ποινές.
Η πενταετής απαγόρευση άσκησης δημόσιου αξιώματος αντικαταστάθηκε με απαγόρευση 45 μηνών, εκ των οποίων οι 30 με αναστολή. Επειδή η απαγόρευση έτρεχε ήδη από την πρωτόδικη απόφαση, έχουν πλέον περάσει οι 15 μήνες και η Λεπέν είναι ελεύθερη να διεκδικήσει όποιο δημόσιο αξίωμα θέλει. Το Εφετείο μείωσε και την ποινή φυλάκισης σε δύο χρόνια με αναστολή και ένα χρόνο κατ’ οίκον περιορισμό με βραχιολάκι.
Η Λεπέν ανακοίνωσε ότι θα ασκήσει νέα έφεση, στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, επειδή είναι «αθώα». Ετσι, θα ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής του ενός έτους κατ’ οίκον περιορισμού με βραχιολάκι και θα μπορεί να κάνει απερίσπαστη την προεκλογική της εκστρατεία. Την ξεκίνησε, μάλιστα, από τη Λα Φλες, ένα πρώην προπύργιο της Αριστεράς στη δυτική Γαλλία, έχοντας δίπλα της τον Τζορντάν Μπαρντελά, το νέα αστέρι της γαλλικής ρατσιστικής Ακροδεξιάς, που προετοιμαζόταν για προεδρικός υποψήφιος αν δεν άλλαζε η καταδικαστική απόφαση για τη Λεπέν.
Η Λεπέν προφανώς υπολογίζει ότι η διαδικασία θα τραβήξει καιρό και θα προλάβει να νικήσει και να γίνει – επιτέλους – πρόεδρος της Γαλλίας. Ακόμα κι αν η έφεσή της απορριφθεί στη διάρκεια της προεδρικής της θητείας, η εκτέλεση της ποινής θα ανασταλεί μέχρι να ολοκληρώσει την προεδρική θητεία. Αν όμως η έφεση απορριφθεί πριν από τις προεδρικές εκλογές, τότε η εκτέλεση της ποινής θα αρχίσει αμέσως και η προεκλογική εκστρατεία θα πάει στράφι.
Χτες, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γαλλίας ανακοίνωσε ότι θα μπορούσε να εκδώσει την απόφασή του «το αργότερο στις αρχές Απρίλη 2027, πριν από τις προεδρικές εκλογές». Ο ακριβής χρόνος θα καθοριστεί από «διαδικαστικούς παράγοντες». Με δεδομένο ότι ο πρώτος γύρος των προεδρικών εκλογών θα γίνει στις 18 Απρίλη και ο δεύτερος στις 2 Μάη, η Λεπέν τζογάρει το να υποχρεωθεί να κλειστεί στο σπίτι με βραχιολάκι τις τελευταίες μέρες της προεκλογικής περιόδου.
Είναι αποφασισμένη να τζογάρει, καθώς το Εφετείο του Παρισιού τής έκλεισε το μάτι. Στο σκεπτικό της απόφασής τους, οι τρεις δικαστές αναφέρουν ότι, μολονότι διατηρούν την κρίση περί ενοχής της Λεπέν, έλαβαν υπόψη και «την ελευθερία επιλογής του εκλογικού σώματος, προϋπόθεση για την έκφραση της δημοκρατικής βούλησης». Δηλαδή, ότι αποφάσισαν με πολιτικά κριτήρια. Τα ίδια πολιτικά κριτήρια θα μπορούσαν να ισχύσουν και για την απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστήριου, αν τις παραμονές των εκλογών όλα δείχνουν ότι η Λεπέν καλπάζει προς μια άνετη νίκη ή αν καταστεί αναγκαίο να είναι αυτή η νικήτρια, επειδή – ας πούμε – δεύτερος θα έχει έρθει ο Ζαν-Λικ Μελανσόν.
Σε μια τέτοια περίπτωση, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο θα μπορούσε και να αθωώσει τη Λεπέν, προσφέροντάς της μια προεδρική θητεία χωρίς ποινική καταδίκη, ή – στη χειρότερη – να αναβάλει την έκδοση της απόφασής του, λόγω «διαδικαστικών παραγόντων», για μετά την ολοκλήρωση των προεδρικών εκλογών.
Ο Μελανσόν δεν είναι κανένας επαναστάτης. Οι ψηφοφόροι του, όμως, είναι οι πιο «απαιτητικοί» Γάλλοι. Το σύστημα φοβάται ότι η προεδρική του θητεία θα είναι ασταθής, γι’ αυτό θα προτιμήσει να στηρίξει τη Λεπέν.
Μετά τη νίκη της φασιστο-Μελόνι στην Ιταλία και την πρωθυπουργική της θητεία, η αστική τάξη δε φοβάται τις εθνικιστικές και ευρωσκεπτικιστικές κορόνες της Ακροδεξιάς. Η Μελόνι συμπεριφέρεται σαν τρυφερή γατούλα έναντι του ευρωσυστήματος και έχει κερδίσει την αμέριστη εμπιστοσύνη και υποστήριξη της ιταλικής μονοπωλιακής μπουρζουαζίας. Η Λεπέν έχει από χρόνια στρογγυλέψει τις γωνίες της Εθνικής Συσπείρωσης, πέταξε έξω από το κόμμα πρώτα τον πατέρα της και μετά την ανιψιά της, και προωθεί έναν «γαλλοκεντρικό» πολιτικό λόγο, με μπόλικη αντιμεταναστευτική και αντιισλαμική ρητορική, καθώς και εργατίστικη και λαϊκίστικη δημαγωγία.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι οπαδοί της «ρεπιμπλίκ», της παραδοσιακής γαλλικής αντίληψης για την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία αυταρχικού-προεδρικού τύπου, έχουν εγκαταλείψει την πολεμική για «αντισυστημισμό» της Ακροδεξιάς και τώρα επικεντρώνεται σε ηθικά ζητήματα με επίκεντρο τη δικαστική καταδίκη της Λεπέν.
Είναι δυνατόν η ηθικολογία να καταλάβει την πρώτη θέση στα κριτήρια επιλογής της πλειοψηφίας των γάλλων ψηφοφόρων; Είναι δυνατόν μια καταδίκη για χρησιμοποίηση κονδυλίων που κατέβαλε το Ευρωκοινοβούλιο σε αλλότριο σκοπό, σε πληρωμές κομματικών στελεχών (στην Ελλάδα κάτι τέτοιο θα θεωρούνταν αστείο), να αποτελέσει το βασικό κριτήριο της ψήφου;
Στη ρητορική του Μελανσόν θα μπορούσε αυτό να θεωρηθεί ειλικρινές, όχι όμως και στη ρητορική του δεξιού Εντουάρ Φιλίπ, που διετέλεσε πρωθυπουργός του Μακρόν και τώρα θα διεκδικήσει την προεδρία, ή στη ρητορική του Γκαμπριέλ Ατάλ, επίσης πρώην πρωθυπουργού του Μακρόν και υποψήφιου του κόμματος του Μακρόν για την προεδρία ή στη ρητορική των Ρεπουμπλικανών που κατηγόρησαν τη Λεπέν ότι με την υποψηφιότητά της, παρά την καταδίκη, «θέτει υπό ομηρεία τη δημοκρατία» και «αποδυναμώνει τους θεσμούς». Μιλάμε για εκπροσώπους κομμάτων λαμόγιων, που είδαν ακόμα και αρχηγούς τους να καταδικάζονται για λαμογιές (Σαρκοζί, Φιγιόν κ.ά.).
Ενώ η Λεπέν τι έκανε; Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, έπαιρνε τα χρήματα των φορολογούμενων που δίνονταν στους ευρωβουλευτές για την αμοιβή των κοινοβουλευτικών τους βοηθών και τα χρησιμοποιούσε για την πληρωμή εργαζόμενων του κομματικού της μηχανισμού στη Γαλλία, την περίοδο 2014-2016. Αυτό το κάνουν όλα τα κόμματα, όλων των χωρών, αλλά φροντίζουν να μην αφήσουν ίχνη. Δεν καταδικάστηκε, πάντως, η Λεπέν ότι πήρε τα λεφτά για πάρτη της.
Ο Φιλίπ και ο Ατάλ έχουν ήδη ανακοινώσει τις υποψηφιότητές τους. Υποψήφιο θα ορίσουν και οι «κεντροδεξιοί» Ρεπουμπλικανοί. Αυτοί θα έχουν απέναντι τη Λεπέν, που οι δημοσκοπήσεις τη δίνουν πρώτη, και τον Μελανσόν, που οι δημοσκοπήσεις τον δίνουν δεύτερο. Αν περάσει ο Φιλίπ ή ο Αταλί στο δεύτερο γύρο, τότε θα δοκιμάσουν να δημιουργήσουν και πάλι την αντι-ακροδεξιά συμμαχία. Αν όμως περάσει στο δεύτερο γύρο ο Μελανσόν, τότε θα σπρώξουν τους ψηφοφόρους τους υπέρ της Λεπέν, τρομάζοντας τους «νοικοκυραίους» με τον κίνδυνο του… «σοσιαλιστικού τυχοδιωκτισμού» του Μελανσόν.
Αυτό το ξέρει πολύ καλά η Λεπέν, γι’ αυτό και ζήτησε από τους δημοσιογράφους να μην ασχολούνται με τις νομικές πτυχές της δικαστικής εκκρεμότητάς της, αλλά με τον πολιτικό της λόγο. Γι’ αυτό και ξεκίνησε την προεκλογική της εκστρατεία την επαύριο κιόλας της απόφασης του Εφετείου. Ξέρει πως είναι η τελευταία ευκαιρία της. Αν αποτύχει και πάλι, τότε αναγκαστικά θα αποσυρθεί και θα αφήσει τα ηνία στον Μπαρντελά. Και ξέρει, επίσης, ότι τώρα έχει τις περισσότερες πιθανότητες να εκλεγεί, καθώς έχουν ξεφτιλιστεί πλέον και οι μακρονιστές και έχει αρχίσει να αναπτύσσεται μια πόλωση ανάμεσα σ’ αυτήν και τον «αριστερό» Μελανσόν, ενώ η εκλογή και η θητεία της Μελόνι έχει απενοχοποιήσει το σύνολο της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, με αποτέλεσμα και η Λεπέν να μην θεωρείται πια τόσο μεγάλος κίνδυνος για τη «ρεπιμπλίκ».
Επίσης, η Λεπέν έχει δώσει εξετάσεις κοινοβουλευτικής νομιμοφροσύνης στη γαλλική μονοπωλιακή αστική τάξη, καθώς φρενάρισε τις απανωτές προτάσεις μομφής κατά πρωθυπουργών, που δημιουργούσαν συνθήκες πολιτικής αστάθειας, και επιτρέπει στον Μακρόν να συνεχίσει με κυβέρνηση μειοψηφίας. Ουδείς πλέον διανοείται να υποβάλει πρόταση μομφής, αφού χωρίς τις ψήφους της Εθνικής Συσπείρωσης δεν περνάει.
Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά με τη φασιστική, φασίζουσα, ρατσιστική, αντιμεταναστευτική, αντιισλαμική ρητορική της, που πριν από μερικά χρόνια θεωρούνταν παρίας στο αστικό πολιτικό σύστημα και χρησιμοποιούνταν μόνο ως δύναμη κρούσης και ως μηχανισμός πίεσης για αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις, πλέον έχει εγκατασταθεί στην καρδιά του πολιτικού συστήματος και θεωρείται δύναμη διαχείρισης της αστικής εξουσίας.








