Οσο και να τη διαψεύδουν, η κόντρα Παπακωνσταντίνου-Κατσέλη είναι ολοφάνερη και γίνεται γνωστή συνεχώς με νέα επεισόδια, έστω και χαμηλής πολιτικής έντασης. Στην κόντρα αυτή παρεμβαίνουν πλέον ανοιχτά και οι εκπρόσωποι της τρόικας, όχι μόνο επειδή θέλουν να στηρίξουν τον υπουργό που δεν τους λέει ποτέ όχι, αλλά και επειδή μια βασική διάταξη αυτής της κόντρας τους αφορά άμεσα.
Αναφερόμαστε στον πληθωρισμό, που ήδη έχει ξεπεράσει το 5% και θα τσιμπήσει τουλάχιστον δυο μονάδες ακόμα, λόγω της νέας αύξησης του ΦΠΑ που άρχισε από την 1η Ιούλη, με προοπτική νέας αύξησης τους πρώτους μήνες του 2011, όταν θα μεταταγεί στον κανονικό συντελεστή ΦΠΑ το ένα τρίτο των προϊόντων και υπηρεσιών που σήμερα είναι στο χαμηλό συντελεστή (αυτό προβλέπεται από το Μνημόνιο και –όπως έχει δηλώσει ο Παπακωνσταντίνου– θα γίνει οπωσδήποτε).
Και όμως, με τέτοιες αυξήσεις στον ΦΠΑ, αλλά και τρία κύματα μεγάλων αυξήσεων στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης καπνού, αλκοόλ και –κυρίως– καυσίμων, η τρόικα «προβλέπει» στο Μνημόνιο πληθωρισμό 1,9% το 2010! Ενας απλός άνθρωπος του λαού, χωρίς καθόλου οικονομικές γνώσεις, μόνο με την πείρα του, θα μπορούσε να καταλάβει αμέσως, ότι αυτή η «πρόβλεψη» δεν ήταν παρά ένα πολιτικό ψέμα, στο οποίο προχώρησαν σε αγαστή συνεργασία τρόικα και υπουργείο Οικονομικών. Ηθελαν να στείλουν στους εργαζόμενους το μήνυμα, ότι οι τιμές θα αποκλιμακωθούν, διότι οι βιομήχανοι και οι έμποροι θα «απορροφήσουν» τις αυξήσεις στους έμμεσους φόρους. Τελικά, οι μόνες τιμές που αποκλιμακώθηκαν (και μάλιστα ραγδαία) είναι οι τιμές πώλησης της εργατικής δύναμης, οι μισθοί και τα μεροκάματα. Οι τιμές εμπορευμάτων και υπηρεσιών άρχισαν να τραβούν την ανηφόρα.
Μπροστά σ’ αυτή την πραγματικότητα, Παπακωνσταντίνου και τροϊκανοί έπρεπε να βρουν έναν αποδιοπομπαίο τράγο για να του φορτώσουν την ευθύνη. Και βρήκαν την Κατσέλη. Δεν είναι τυχαίο ότι δυο βδομάδες πριν καταφθάσουν τα συνεργεία τους για τον έλεγχο του πρώτου τριμήνου μετά το Μνημόνιο, το μεν ΔΝΤ έδωσε στη δημοσιότητα μια «ενδιάμεση έκθεση», η δε Κομισιόν τη συνηθισμένη έκθεση που δημοσιοποιεί κάθε χρόνο στα τέλη Ιούνη. Η μεν έκθεση της Κομισιόν κάνει λόγο για «α-συμφωνίες υπουργών», ενώ η έκθεση του ΔΝΤ στοχοποιεί ευθέως την Κατσέλη και εμμέσως τον Ρέππα και την Ξενογιαννακοπούλου. Για τους δυο τελευταίους γίνεται αναφορά στα προβλήματα των νοσοκομείων και των ΔΕΚΟ που προσφέρουν συγκοινωνιακό έργο, για δε την Κατσέλη γίνεται ευθέως σύσταση: «Το υπουργείο Οικονομίας πρέπει να επιταχύνει και να αναπτύξει τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, έπειτα από στενή διαβούλευση με την Κομισιόν».
Δεν χρειάζεται να αναρωτηθούμε ποιος έδωσε τέτοιες πληροφορίες στην Κομισιόν και στο ΔΝΤ. Φανταζόμαστε πως ήδη οι συνάδελφοί του θα έχουν δώσει στον Παπακωνσταντίνου το προσωνύμιο του… Αρτέμη Μάτσα της κυβέρνησης. Η Κατσέλη, όμως, δεν κάθησε με σταυρωμένα χέρια. Ενόψει της καθόδου του μεγάλου συνεργείου των τροϊκανών (30 άτομα συνολικά!), έβαλε τις υπηρεσίες του υπουργείου της να επεξεργαστούν και να αναρτήσουν στο διαδίκτυο μια δεκασέλιδη έκθεση, σύμφωνα με την οποία το 75% της αύξησης του τιμάριθμου οφείλεται αποκλειστικά στην αύξηση των έμμεσων φόρων και μόνο το 25% (δηλαδή ένα συνολικό ποσοστό γύρω στο 1,2% με 1,4% είναι ο κανονικός πληθωρισμός).
Δεν ξέρουμε ποια εξέλιξη θα έχει τελικά αυτή η κόντρα. Σε πρώτη φάση μάλλον δεν αναμένεται να φτάσουν σε σημείο ανοιχτής σύγκρουσης, διότι κάτι τέτοιο θα απαιτού-σε την άμεση παρέμβαση του Παπανδρέου. Σημασία, όμως, δεν έχει η κόντρα των δυο βασικών οικονομικών υπουργών, αλλά η πραγματικότητα της ακρίβειας, που στραγγίζει το εισόδημα των λαϊκών νοικοκυριών, που ήδη έχει δεχτεί και εξακολουθεί να δέχεται και άλλα ισχυρά πλήγματα. Ακρίβεια από τη μια, μείωση μισθών, υποαπασχόληση και ανεργία από την άλλη, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα που όμοιό του δεν έχουμε ξαναγνωρίσει τα τελευταία 40 χρόνια. Η προσπάθεια των υπουργών να μετακυλήσουν ο ένας την ευθύνη στον άλλο είναι καλή για τις παραπολιτικές στήλες, όμως δεν έχει κανένα πρακτικό αντίκρισμα για τα οικονομικά των λαϊκών νοικοκυριών.
Οι δουνουτούδες ζητούν από την Κατσέλη «να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις». Δηλαδή τι ακριβώς να κάνει; Εχουν φτάσει στο σημείο να μας λένε πως η «απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων» είναι το φάρμακο που θα χτυπήσει την ακρίβεια, λες και την ακρίβεια τη συντηρούν οι φορτηγατζήδες, οι ταξιτζήδες και οι φαρμακοποιοί και όχι οι βιομήχανοι και οι εισαγωγείς. Θυμηθείτε ότι τα ίδια ακριβώς έλεγαν ο Στρος-Καν και ο Ρεν, όταν άρχισαν να πλασάρουν τη θεωρία του «αποπληθωρισμού». Οτι δηλαδή, μέσω του περιορισμού της ζήτησης (λόγω της μείωσης μισθών και συντάξεων), θ’ αρχίσουν να πέφτουν οι τιμές. Από τότε πέρασαν σχεδόν τρεις μήνες και οι τιμές όχι μόνο δεν άρχισαν να πέφτουν, αλλά αντίθετα άρχισαν να καλπάζουν προς τα πάνω. Οταν αποφασίστηκε η πρώτη αύξηση στον ΦΠΑ, αρκετές καπιταλιστικές επιχειρήσεις βρήκαν την ευκαιρία να κάνουν διαφήμιση, υποστηρίζοντας ότι θα την απορροφήσουν και δεν θα κάνουν αυξήσεις. Κυβέρνηση και ΜΜΕ στήριξαν αυτή τη τζάμπα διαφήμιση, γιατί βόλευε πολιτικά, δημιουργώντας ένα κάποιο αναλγητικό για τα σκληρά μέτρα που είχαν ήδη ανακοινωθεί. Φυσικά, αφού πέρασαν δυο-τρεις βδομάδες, οι αυξήσεις του ΦΠΑ ενσωματώθηκαν και με το παραπάνω στις τιμές. Οταν ανακοινώθηκε η δεύτερη αύξηση στον ΦΠΑ ουδείς δοκίμασε να κάνει διαφήμιση. Βλέπετε, οι έμποροι έχουν την αίσθηση της αγοράς. Ξέρουν πότε μπορεί να πιάσει ένα διαφημιστικό κόλπο και πότε κινδυνεύουν να τους πάρει με τις πέτρες η πελατεία τους.
Εχουμε γράψει και άλλες φορές πως στο σύγχρονο καπιταλισμό ο ελεύθερος ανταγωνισμός δεν λειτουργεί ή λειτουργεί εντελώς περιορισμένα. Οι τιμές καθορίζονται μονοπωλιακά, γι’ αυτό και τα επίπεδά τους διαμορφώνονται ανεξάρτητα από τις πολιτικές των κυβερνήσεων. Ο μόνος τρόπος να υπάρξει κάποια συγκράτηση των τιμών θα ήταν μια διοικητική παρέμβαση της κυβέρνησης. Ομως, διοικητικές παρεμβάσεις επιτρέπονται μόνο για τη μείωση των μισθών και των μεροκάματων, ενώ οι τιμές πρέπει να καθορίζονται από την… ελεύθερη λειτουργία της αγοράς.







