Αν υπάρχει ένα ερώτημα, μετά τη ραδιοφωνική συνέντευξη Σκουρλέτη στον Χατζηνικολάου, αφορά το κατά πόσο ο Σκουρλέτης κινήθηκε ως «μασέρ» των Τσιπραίων στην κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ ή σαν εν δυνάμει ομαδάρχης μιας υπό διαμόρφωση εσωκομματικής αντιπολίτευσης.
Τα ζητήματα που έθεσε ο Σκουρλέτης είναι δύο και κινούνται σε δύο επίπεδα: στο επίπεδο του περιεχομένου της νέας μνημονιακής συμφωνίας και στο επίπεδο της πολιτικής διαδικασίας έγκρισής της.
Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της νέας συμφωνίας ήρθε να επιβεβαιώσει τον Ντεϊσελμπλούμ, που έχει αποκαλύψει ότι τα περιβόητα αντίμετρα θα εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση υπέρβασης του στόχου για το «πρωτογενές πλεόνασμα». Οταν ο Χατζηνικολάου αναφέρθηκε στις «δηλώσεις κορυφαίων στελεχών της πλευράς των δανειστών, που λένε ότι αντίμετρα, θετικά μέτρα θα υπάρξουν μόνο εάν υπάρξει πλεόνασμα, δηλαδή δεν επιβεβαιώνουν αυτό που η κυβέρνηση είχε πει περί της λογικής ένα ευρώ αρνητικό μέτρο, ένα ευρώ θετικό μέτρο», ο Σκουρλέτης απάντησε αρχικά με ντρίπλα: «Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Ούτως ή άλλως, η συζήτηση για τα επιπλέον μέτρα και τα αντίμετρα, γίνεται επάνω στο έδαφος του συμφωνημένου πρωτογενούς πλεονάσματος, είτε αυτό είναι 3%, 3,5%, 2% ή οτιδήποτε άλλο υπάρξει τελικά. Αυτό είναι δεδομένο».
Οταν ο Χατζηνικολάου επέμεινε, ο Σκουρλέτης έσκασε το παραμύθι: «Δημοσιονομικά ουδέτερα μέτρα πέραν του ύψους του πρωτογενούς πλεονάσματος που έχει συμφωνηθεί. Νομίζω ότι πρέπει να καταστεί σαφές αυτό και έχει ξανακουστεί, δεν ακούγεται για πρώτη φορά». Περιττεύει να πούμε ότι αυτό ακουγόταν πρώτη φορά από κυβερνητικά χείλη. Αξίζει μόνο να θυμίσουμε ότι από πλευράς Μαξίμου δε διέρρευσε καμιά δυσαρέσκεια για τη δήλωση Σκουρλέτη. Ούτε από την πλευρά του οικονομικού επιτελείου. Αλλωστε, ο Τσακαλώτος είχε φροντίσει να εκφράσει την αντίθεσή του στον προπαγανδιστικό χειρισμό της συμφωνίας της 20ής Φλεβάρη του 2017 από το μέγαρο Μαξίμου.
Ο Σκουρλέτης παραδέχτηκε, επίσης, ότι αναμένονται σκληρά μέτρα, καθώς οι δανειστές έχουν ξανανοίξει το Ασφαλιστικό (αυτό που υποτίθεται ότι είχε κλείσει οριστικά, σύμφωνα με τη μέχρι πρότινος κυβερνητική προπαγάνδα) και ζητούν αλλαγές στα εργασιακά, που παραβιάζουν το «ευρωπαϊκό κεκτημένο». Αφησε μάλιστα να εννοηθεί ότι οι συσχετισμοί είναι καταθλιπτικά αρνητικοί, καθώς «η πλευρά των Ευρωπαϊκών Θεσμών τηρεί μια στάση ουδετερότητας απέναντι στις απαιτήσεις του ΔΝΤ», με την οποία «ξεγυμνώνεται και φαίνεται ασυνεπής, σε σχέση με τις ευρωπαϊκές παραδόσεις».
Παρά ταύτα, και για τον Σκουρλέτη σημασία έχει «το συνολικό πακέτο». Δεν εξέφρασε, δηλαδή, καμιά διαφωνία ουσίας γι' αυτό που έρχεται. Γι' αυτό και θα μπορούσε να πει κανείς πως η παρέμβασή του εντάσσεται σε μια τακτική «μασάζ» προς την κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, μπροστά στην οποία βάζει το δίλημμα: ή υποτασσόμαστε στις απαιτήσεις του ΔΝΤ, με το οποίο συμφωνούν και οι Ευρωπαίοι ή τα παρατάμε και φεύγουμε από την κυβέρνηση.
Με το τελευταίο «κουμπώνει» και η πρόταση του Σκουρλέτη για «ανάγκη να ψηφιστούν από μια ευρύτατη πλειοψηφία εντός της Βουλής» τα νέα μέτρα, «επειδή ακριβώς αυτά τα μέτρα αφορούν το έτος ’19 και μετά», επομένως «αφορούν την επόμενη κυβέρνηση που δεν ξέρουμε ποια θα είναι». Είναι σαν να έβαλε μπροστά στους συριζαίους μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία: τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν πρόκειται να ψηφίσουν τη συμφωνία, επομένως πρέπει να την ψηφίσουμε μόνοι μας.
Αν δεν υπήρχε η χαλαρή αντιμετώπιση από μεριάς Μαξίμου, θα λέγαμε ότι ο Σκουρλέτης εμφανίστηκε ως υποψήφιος ηγέτης μιας φράξιας του ΣΥΡΙΖΑ που ζητάει «ηρωική έξοδο» και εκλογές, ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να εμφανιστεί σαν να υπερασπίζεται την «αριστερή του ταυτότητα», να συγκρατήσει δυνάμεις, ν' αφήσει τη ΝΔ και τον Κούλη να ψηφίσουν το τέταρτο Μνημόνιο και να αναβαθμιστεί στην αντιπολίτευση. Από μερίδα του αστικού Τύπου αποδίδονται τέτοιες απόψεις σε μερίδα στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, όμως δημόσια αυτή η άποψη έχει εκφραστεί μόνο από τον Κούλογλου, ο οποίος δεν παίζει κανένα ρόλο στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Σκουρλέτης δεν υπαινίχτηκε κάτι τέτοιο (απλά μίλησε για ανάγκη διευρυμένης πλειοψηφίας), όμως είναι έμπειρο πολιτικό στέλεχος και ήξερε πολύ καλά ότι αυτά που είπε θα ερμηνεύονταν ως εκβιασμός στην αντιπολίτευση: ή ψηφίζετε μαζί μας ή πάμε σε εκλογές. Μόνο που τώρα είναι η ΝΔ που θέλει εκλογές.
Σε κάθε πολιτική καμπή της μνημονιακής περιόδου μέχρι τώρα, τα κυβερνητικά κόμματα είχαν απώλειες. Τελευταίος ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ, τον Ιούλη-Αύγουστο του 2015. Σιγά-σιγά, μέσα από διαγραφές, αποχωρήσεις, διασπάσεις, τα βασικά αστικά κόμματα διαμόρφωσαν λίγο-πολύ συμπαγείς κοινοβουλευτικές ομάδες. Αυτό, όμως, δε σημαίνει τίποτα για την εύθραυστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 153 βουλευτών, που έχουν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Βέβαια, έχουν πάντα το δόγμα «όποιος διαφωνεί να παραδώσει την έδρα του», στο οποίο υποτίθεται ότι έχουν συμφωνήσει όλοι, πριν τις εκλογές του Σεπτέμβρη 2015, όμως σε συνθήκες πολιτικής κρίσης κάτι τέτοιες συμφωνίες συχνά «πάνε περίπατο».
Η τάση των Τσιπραίων αυτή τη στιγμή είναι να κλείσουν τη συμφωνία, η οποία να περιέχει και κάτι που να μπορεί να λειτουργήσει όπως η ζάχαρη στο κινίνο. Η πλάκα είναι πως το περιβόητο QE (το πρόγραμμα της λεγόμενης Ποσοτικής Χαλάρωσης, του Ντράγκι) πνέει τα λοίσθια (ο πρόεδρος της Μπούντεσμπανκ προέβλεψε την περασμένη Τετάρτη ότι θα τερματιστεί στο τέλος του χρόνου, γιατί στην Ευρωζώνη υπάρχει πάλι πληθωρισμός, ενώ και η αμερικάνικη FED προχώρησε ήδη στην πρώτη αύξηση επιτοκίων μετά από χρόνια). Ομως έστω και για μερικούς μήνες, έστω και μ' ένα ποσό που δε θα ξεπερνά τα 3 δισ. ευρώ, οι Τσιπραίοι θα μπορούν να λένε ότι «πρόσφεραν φτηνή ρευστότητα στην ελληνική οικονομία». Οσο για τα «μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος», δεν μπορούν να περιμένουν τίποτα περισσότερο από τη γνωστή γενικόλογη περιγραφή που υπάρχει μέχρι τώρα.
Πρέπει να έχουν δοθεί και διαβεβαιώσεις στη γερμανική πλευρά, γι' αυτό και ο Σόιμπλε -αντίθετα με τις συνήθειές του- εξέφρασε πάλι (την περασμένη Τετάρτη) αισιοδοξία: «Βρισκόμαστε, ελπίζω, στα τελικά στάδια των διαπραγματεύσεων μεταξύ των θεσμών και της ελληνικής κυβέρνησης για τη δεύτερη αξιολόγηση των μεταρρυθμίσεων. Είμαι αισιόδοξος». Την ίδια αισιοδοξία εξέφρασε και ο Ν. Παππάς, που φαίνεται πως άρχισε και πάλι να βγαίνει στη «μπροστινή γραμμή» των Τσιπραίων. «Το πολιτικό πλαίσιο της συμφωνίας έχει συμφωνηθεί και είμαστε πάρα πολύ κοντά και στην τεχνική της ολοκλήρωση» δήλωσε (την περασμένη Τετάρτη κι αυτός).
Γενικά, αυτό που επικρατεί στον ΣΥΡΙΖΑ είναι μουγκαμάρα. Την Τετάρτη έγινε κλειστή σύσκεψη του Τσακαλώτου και της Αχτσιόγλου με τους 45 βουλευτές-μέλη των αρμόδιων κοινοβουλευτικών επιτροπών Οικονομίας και Εργασίας. Οπως ανακοίνωσε ο Τσακαλώτος με non paper, οι υπουργοί «μίλησαν για το μείγμα των μέτρων και αντιμέτρων επικεντρώνοντας στην ποιοτική τους πλευρά, χωρίς να κάνουν αναφορές στην ποσοτικοποίησή τους». Βουλευτές, όμως, διέρρευσαν πως ακόμα και στον καθορισμό των «αντιμέτρων» υπάρχει διάσταση ανάμεσα σ' αυτά που θέλει η κυβέρνηση και σ' αυτά που «δίνει» η τρόικα. Η τρόικα «δίνει» μόνο προγράμματα φιλανθρωπικού τύπου (σχολικά γεύματα, επιδότηση ενοικίου, επιδόματα σε φτωχά παιδιά) και μείωση της φορολογίας εισοδήματος στους υψηλούς συντελεστές και στη φορολογία των επιχειρήσεων (αυτές τις θεωρεί «αναπτυξιακές» μεταρρυθμίσεις). Και δεν ακούει τίποτα για μείωση του ΕΝΦΙΑ, που θέλει η κυβέρνηση, για λόγους προπαγάνδας.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του αστικού Τύπου, ο Τσακαλώτος είπε πως υπάρχουν δυο δρόμοι: ή να πετύχουν μια πολιτική συμφωνία (αυτός είναι ο στόχος της κυβέρνησης) ή να υποκύψουν στις ακραίες απαιτήσεις του ΔΝΤ. Κι επειδή οι βουλευτές κατάλαβαν ότι στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο ο δεύτερος δρόμος, η αγωνία τους ήταν «τι θα πούμε τώρα στον κόσμο;». Αφήγημα ψάχνουν, για να χρησιμοποιήσουμε μια δική τους αγαπημένη λέξη. Μόνο που φτάνει κάποια στιγμή που τα παραμύθια τελειώνουν. Δε θα δυσκολευτούν να φτιάξουν άλλο ένα «αφήγημα», όμως αυτό δε θα έχει ούτε την πειστικότητα των παραμυθιών του 2014, ούτε τα ερωτηματικά και τις αμφιβολίες των παραμυθιών του 2015. Δεν πρόκειται να πείσει κανέναν. Μόνος τους σύμμαχος είναι το «γονάτισμα» της ελληνικής κοινωνίας, αλλά αυτό μπορεί να τους δώσει μόνο κάποιο χρόνο παραμονής στην εξουσία. Ελπίζουν ότι οι βουλευτές τους θα προτιμήσουν αυτό.







