Δε γνωρίζουμε τα δεδομένα βάσει των οποίων αναβλήθηκε η δίκη του Ψυχάρη για την υπόθεση των ανακριβών δηλώσεων «πόθεν έσχες» των ετών 2010 έως και 2014, γνωρίζουμε όμως πολύ καλά ότι είναι σπανιότατο το φαινόμενο ένα Τριμελές Πλημμελειοδικείο να αναβάλλει υπόθεση λόγω αοριστίας του κατηγορητήριου, το οποίο δεν περιέγραφε με ακρίβεια την υποκειμενική υπόσταση των πράξεων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο (αν τελέστηκαν από αμέλεια ή από δόλο). Τέτοιες ενστάσεις των συνηγόρων υπεράσπισης πηγαίνουν συνήθως στα σκουπίδια και μάλιστα με συνοπτικές διαδικασίες. Ειδικά σε χαμηλόβαθμα δικαστήρια, όπως ένα Τριμελές Πλημμελειοδικείο, στα οποία το επιχείρημα είναι πως η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος περιγράφεται… περιφραστικά και θα την ορίσει με ακρίβεια το δικαστήριο.
Το ίδιο συμβαίνει ακόμα και σε υψηλόβαθμα δικαστήρια, όπως το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, τα οποία υποτίθεται ότι πρέπει να είναι αυστηρά στον έλεγχο των δικονομικών προϋποθέσεων των βουλευμάτων, με τα οποία παραπέμπονται κατηγορούμενοι, διότι πρόκειται για κατηγορίες που επισύρουν εξαιρετικά βαριές ποινές κάθειρξης (μέχρι και ισόβια). Εχουμε παρακολουθήσει στα δικαστήρια που εμείς έχουμε ονομάσει τρομοδικεία, συνηγόρους υπεράσπισης να «ιδροκοπούν» για να παρουσιάσουν ενστάσεις περί αοριστίας των κλητηρίων θεσπισμάτων. Εχουμε ακούσει αγορεύσεις που θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελούν διαλέξεις σε πανεπιστημιακά αμφιθέατρα. Ούτε μια ένσταση δεν έχει γίνει δεκτή. Ολες απορρίπτονται με συνοπτικότατες διαδικασίες, χωρίς καμιά ιδιαίτερη επιχειρηματολογία. Οι εισαγγελείς συχνά δεν είναι σε θέση να αρθρώσουν ούτε έναν στοιχειώδη αντίλογο στη συγκροτημένη επιχειρηματολογία των υπερασπιστών. Πλην όμως, άλλο να κατηγορείσαι ως μέλος της ΣΠΦ ή του Επαναστατικού Αγώνα και άλλο να είσαι ο Ψυχάρης.







