Παρά τη βαθιά «ύφεση», παρά την αποδεδειγμένη υποκατανάλωση των νοικοκυριών και την εξ αυτής ραγδαία πτώση της ζήτησης (φαίνεται από το Δείκτη Ογκου των Λιανικών Πωλήσεων), ο τιμάριθμος εξακολουθεί να βρίσκεται στα ύψη, όπως δείχνουν τα στοιχεία της ΕλΣτατ (σημειώνουμε πως αυτός είναι ένας εν πολλοίς πλαστός τιμάριθμος, που δεν αποτυπώνει το πραγματικό καταναλωτικό πρότυπο των εργαζόμενων νοικοκυριών).
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Σεπτέμβρη, ο μέσος Δείκτης δωδεκάμηνου (Οκτώβρης 2010-Σεπτέμβρης 2011) παρουσίασε αύξηση 3,9%, ίση ακριβώς με την αύξηση που παρουσίασε και το προηγού-μενο δωδεκάμηνο (Οκτώβρης 2009-Σεπτέμβρης 2010). Αρα, δεν είχαμε την παραμικρή υποχώρηση, ανεξάρτητα από τις αυξομειώσεις σε διάφορους μήνες.
Ο Σεπτέμβρης του 2011 παρουσιάζει αύξηση του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή έναντι του Σεπτέμβρη του 2010 κατά 3,1%, έναντι 5,6% που είχε σημειώσει κατά τη σύγκριση του ίδιου μήνα των ετών 2010 και 2009. Αυτό αποτελεί ένδειξη διακύμανσης από μήνα σε μήνα και όχι συνολικής αποκλιμάκωσης. Αλλωστε, ο Σεπτέμβρης του 2011 σε σχέση με τον Αύγουστο του 2011 εμφανίζει αύξηση 3,3%, ενώ η σύγκριση των δυο μηνών πέρυσι παρουσίαζε αύξηση 1,9%.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο περιβόητος «αποπληθωρισμός» δεν αφορά γενικά τις τιμές, αλλά μόνο την τιμή της εργατικής δύναμης. Μισθοί και μεροκάματα πέφτουν κατακόρυφα, η υποαπασχόληση (κυρίως εκ περιτροπής εργασία) κάνει θραύση, αλλά οι τιμές παραμένουν σταθερά ψηλά. Αυτό συμβαίνει γιατί το κύκλωμα ελέγχεται απόλυτα από τα μονοπώλια των ιμπεριαλιστικών τιμών, τα οποία μπορούν και καθορίζουν μονοπωλιακά τις τιμές, επιδιώκοντας να διατηρήσουν τη μάζα του κέρδους τους πουλώντας λιγότερα εμπορεύματα σε ψηλότερες τιμές.








