Λίγες μέρες μετά τη δημοσιοποίηση της πολιτικής συμφωνίας για τη μαζική νομιμοποίηση 500.000 μεταναστών στην Ισπανία, ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ έσπευσε να εξηγήσει το εγχείρημα στο διεθνές ακροατήριο των New York Times. Με πιασάρικο λόγο, προσεκτικά δομημένο, ηθικά φορτισμένο και πολιτικά ασφαλή, παρουσίασε τη νομιμοποίηση ως πράξη ανθρωπισμού και ταυτόχρονα ως αναγκαία απάντηση στο δημογραφικό και οικονομικό αδιέξοδο της Δύσης.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Πολιτική συμφωνία μαζικής νομιμοποίησης μεταναστών στην Ισπανία
Όταν η «ανθρωπιστική» νομιμοποίηση συναντά τις ανάγκες του κεφαλαίου
Το αφήγημα του Σάντσεθ είναι γνώριμο. H Ισπανία ως πρώην χώρα μεταναστών, η ανάγκη για «ανοιχτές κοινωνίες», η ένταξη ως αντίβαρο στον ρατσισμό και την ακροδεξιά. Όμως, πίσω από αυτή τη ρητορική περί ανεκτικότητας και ηθικής ευθύνης, διακρίνεται καθαρά κάτι άλλο. Η ωμή παραδοχή ότι το δυτικό καπιταλιστικό σύστημα δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει χωρίς τη μαζική εισαγωγή και κανονικοποίηση φτηνού εργατικού δυναμικού.
Ο Σάντσεθ δε λέει ψέματα στο άρθρο του αλλά λέει τη μισή αλήθεια.
Ναι, οι μετανάστες είναι αναγκαίοι για να «κρατηθούν όρθια» τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, η υγεία, η αγροτική παραγωγή, οι υπηρεσίες φροντίδας. Αυτό που αποσιωπάται όμως είναι ότι αυτοί οι τομείς στηρίζονται ακριβώς στην επισφάλεια, στους χαμηλούς μισθούς και στην περιορισμένη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων.
Οι «παράτυποι» μετανάστες δεν ήταν χωρίς χαρτιά από κάποια αμέλεια, αλλά ο εγκλωβισμός τους σε αυτή την κατάσταση ήταν λειτουργικό εργαλείο για το σύστημα. Και τώρα η νομιμοποίηση έρχεται όχι για να καταργήσει το status τους, αλλά για να το διαχειριστεί πιο αποτελεσματικά.
Η «μαζική νομιμοποίηση» δεν σημαίνει μαζική ισότητα. Σημαίνει μετάβαση από την πλήρη αορατότητα σε ένα καθεστώς ελεγχόμενης νομιμότητας, όπου ο μετανάστης αναγνωρίζεται πρωτίστως ως εργαζόμενος που χρειάζεται η οικονομία, όχι ως πλήρες κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο. Δεν τίθεται ζήτημα ριζικής αναδιανομής, ενίσχυσης εργασιακών δικαιωμάτων ή σύγκρουσης με τις αγορές που παράγουν φτώχεια και ανισότητα. Τίθεται ζήτημα ομαλής ενσωμάτωσης στο υπάρχον μοντέλο.
Ο ίδιος ο Σάντσεθ το λέει καθαρά: ούτε η τεχνητή νοημοσύνη ούτε τα ρομπότ μπορούν να αντικαταστήσουν αυτούς τους ανθρώπους. Άρα μας χρειάζονται. Όχι επειδή το δικαιούνται, αλλά επειδή είναι χρήσιμοι.
Αυτός είναι και ο πυρήνας της ευρωπαϊκής υποκρισίας. Την ώρα που το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου σκληραίνει τους ελέγχους, τις απελάσεις και τα σύνορα, ορισμένα κράτη –όπως η Ισπανία– επιλέγουν μια παράλληλη διαδρομή. Λιγότερη καταστολή στο εσωτερικό, περισσότερη πειθαρχία μέσω της εργασίας. Όχι ανοιχτά σύνορα, αλλά ανοιχτή αγορά εργασίας για όσους χρειάζονται.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ισπανική επιλογή δεν είναι ρήξη με την ευρωπαϊκή πολιτική, αλλά συμπλήρωμά της. Ο «ανθρωπισμός» λειτουργεί ως πολιτικό περιτύλιγμα για μια αναγκαία καπιταλιστική προσαρμογή σε συνθήκες έλλειψης εργατικών χεριών.
Σε αντίθεση με την Ελλάδα, όπου κυριαρχεί η ωμή καταστολή, η ποινικοποίηση και η ομηρία της άδειας παραμονής από τον εργοδότη, η Ισπανία επιλέγει έναν πιο εξευγενισμένο δρόμο. Όμως το αποτέλεσμα δεν διαφέρει ποιοτικά: η εργασία παραμένει επισφαλής, τα δικαιώματα υπό όρους και η ένταξη εργαλειακή.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η νομιμοποίηση στην Ισπανία είναι «καλή» ή «κακή» πρακτική. Είναι αν μπορεί να υπάρξει νομιμοποίηση χωρίς υποταγή, ένταξη χωρίς εκμετάλλευση, δικαιώματα χωρίς όρους χρησιμότητας για το κεφάλαιο. Και σε αυτό το ερώτημα, ούτε ο Σάντσεθ ούτε η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δίνουν απάντηση.
Γιατί αυτή η απάντηση θα απαιτούσε σύγκρουση, όχι διαχείριση. Πώς είπατε; Πιπέρι στο στόμα… Και εκεί τελειώνει ο ανθρωπισμός των κυβερνήσεων.
Ακολουθεί μεταφρασμένο στα ελληνικά το άρθρο του Σάντσεθ (που δε θα δημοσιευόταν στους ΝΥΤ, αν δεν αποτελούσε πλήγμα στη σκληρή αντιμεταναστευτική πολιτική του Τραμπ και στα εγκλήματα κατά την εφαρμογή της, που προσφέρουν πλεονέκτημα στους Δημοκρατικούς μπροστά στις ενδιάμεσες εκλογές του προσεχούς Νοέμβρη).
Είμαι ο Πρωθυπουργός της Ισπανίας. Να γιατί η Δύση χρειάζεται τους μετανάστες
4 Φεβρουαρίου 2026
Του Pedro Sánchez
Πρωθυπουργού της Ισπανίας
(γράφει από τη Μαδρίτη)
Φανταστείτε ότι είστε ο ηγέτης μιας χώρας και βρίσκεστε μπροστά σε ένα δίλημμα. Περίπου μισό εκατομμύριο άνθρωποι, απολύτως κρίσιμοι για την καθημερινή ζωή όλων, ζουν στη χώρα σας. Φροντίζουν ηλικιωμένους γονείς, εργάζονται σε μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις, μαζεύουν τα τρόφιμα που φτάνουν στο τραπέζι μας. Είναι επίσης μέρος της κοινότητάς σας. Τα Σαββατοκύριακα περπατούν στα πάρκα, πηγαίνουν σε εστιατόρια και παίζουν στις τοπικές ερασιτεχνικές ποδοσφαιρικές ομάδες.
Όμως ένα καθοριστικό στοιχείο κάνει αυτούς τους μισό εκατομμύριο ανθρώπους διαφορετικούς από τους υπόλοιπους στη χώρα σας: δεν διαθέτουν τα νομικά έγγραφα που τους επιτρέπουν να ζουν εκεί. Ως αποτέλεσμα, δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους πολίτες της χώρας και δεν μπορούν να εκπληρώσουν τις ίδιες υποχρεώσεις. Δεν έχουν πρόσβαση στην ανώτερη εκπαίδευση, δεν μπορούν να πληρώνουν φόρους ούτε να συνεισφέρουν στην κοινωνική ασφάλιση.
Τι πρέπει να κάνουμε με αυτούς τους ανθρώπους; Ορισμένοι ηγέτες έχουν επιλέξει να τους κυνηγήσουν και να τους απελάσουν μέσω επιχειρήσεων που είναι ταυτόχρονα παράνομες και απάνθρωπες. Η δική μου κυβέρνηση επέλεξε έναν διαφορετικό δρόμο: μια γρήγορη και απλή διαδικασία για τη νομιμοποίηση του καθεστώτος διαμονής τους. Τον περασμένο μήνα, η κυβέρνησή μου εξέδωσε διάταγμα που καθιστά έως και μισό εκατομμύριο μετανάστες χωρίς χαρτιά που ζουν στην Ισπανία επιλέξιμους για προσωρινές άδειες διαμονής, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τις οποίες θα μπορούν να ανανεώσουν μετά από έναν χρόνο.
Το κάναμε αυτό για δύο λόγους. Ο πρώτος και σημαντικότερος είναι ηθικός. Η Ισπανία υπήρξε κάποτε χώρα μεταναστών. Οι παππούδες μας, οι γονείς μας και τα παιδιά μας μετανάστευσαν στην Αμερική και σε άλλες χώρες της Ευρώπης αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον τη δεκαετία του 1950 και του 1960, καθώς και μετά την οικονομική κρίση του 2008. Σήμερα, οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί. Η οικονομία μας ανθίζει. Ξένοι μετακινούνται προς την Ισπανία. Είναι καθήκον μας να γίνουμε η φιλόξενη και ανεκτική κοινωνία που θα ήλπιζαν να συναντήσουν οι δικοί μας άνθρωποι στην άλλη πλευρά των συνόρων.
Ο δεύτερος λόγος που δεσμευτήκαμε στη νομιμοποίηση είναι καθαρά πραγματιστικός. Η Δύση χρειάζεται ανθρώπους. Σήμερα, λίγες χώρες έχουν αυξανόμενο ρυθμό πληθυσμιακής ανάπτυξης. Αν δεν αγκαλιάσουν τη μετανάστευση, θα βιώσουν μια απότομη δημογραφική συρρίκνωση που θα τις εμποδίσει να διατηρήσουν τις οικονομίες τους και τις δημόσιες υπηρεσίες τους. Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν τους θα μείνει στάσιμο. Τα δημόσια συστήματα υγείας και συντάξεων θα δοκιμαστούν σοβαρά. Ούτε η τεχνητή νοημοσύνη ούτε τα ρομπότ θα μπορέσουν να αποτρέψουν αυτή την εξέλιξη — τουλάχιστον όχι στο άμεσο ή μεσοπρόθεσμο μέλλον. Η μόνη επιλογή για να αποφευχθεί η παρακμή είναι η ένταξη των μεταναστών με τον πιο οργανωμένο και αποτελεσματικό τρόπο.
Δεν θα είναι εύκολο. Το γνωρίζουμε. Η μετανάστευση φέρνει ευκαιρίες, αλλά και τεράστιες προκλήσεις που οφείλουμε να αναγνωρίσουμε και να αντιμετωπίσουμε. Ωστόσο, είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι οι περισσότερες από αυτές τις προκλήσεις δεν σχετίζονται με την εθνότητα, τη φυλή, τη θρησκεία ή τη γλώσσα των μεταναστών. Αντίθετα, προκύπτουν από τις ίδιες δυνάμεις που επηρεάζουν και τους δικούς μας πολίτες: τη φτώχεια, την ανισότητα, τις ανεξέλεγκτες αγορές, τα εμπόδια στην εκπαίδευση και την υγειονομική περίθαλψη. Εκεί πρέπει να επικεντρώσουμε τις προσπάθειές μας, γιατί αυτές είναι οι πραγματικές απειλές για τον τρόπο ζωής μας.
Δεν είναι πολλές οι κυβερνήσεις που σήμερα συμφωνούν με τη νομιμοποίηση των μεταναστών. Όμως οι πολίτες είναι περισσότεροι απ’ όσο συχνά υποθέτουμε. Η διαδικασία νομιμοποίησης που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ισπανία ξεκίνησε ως μια πρωτοβουλία πολιτών, την οποία στήριξαν περισσότερες από 900 μη κυβερνητικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένης της Καθολικής Εκκλησίας, και υποστηρίζεται τόσο από εργοδοτικές οργανώσεις όσο και από συνδικάτα. Το σημαντικότερο: υποστηρίζεται από τον λαό. Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση, σχεδόν δύο στους τρεις Ισπανούς πιστεύουν ότι η μετανάστευση αποτελεί ευκαιρία ή αναγκαιότητα για τη χώρα μας.
Ηγέτες τύπου MAGA μπορεί να λένε ότι η χώρα μας δεν αντέχει να δεχτεί τόσους μετανάστες — ότι πρόκειται για μια αυτοκτονική κίνηση, για την απελπισμένη πράξη μιας χώρας που καταρρέει. Μην τους πιστεύετε. Η Ισπανία γνωρίζει άνθηση. Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά έχουμε τη μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη ανάμεσα στις μεγάλες χώρες της Ευρώπης. Δημιουργήσαμε σχεδόν μία στις τρεις νέες θέσεις εργασίας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, και η ανεργία έπεσε κάτω από το 10% για πρώτη φορά μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες. Η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων αυξήθηκε, ενώ τα επίπεδα φτώχειας και ανισότητας μειώθηκαν στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2008. Αυτή η ευημερία είναι αποτέλεσμα της σκληρής δουλειάς των ισπανών πολιτών, της συλλογικής προσπάθειας της Ε.Ε. και μιας συμπεριληπτικής ατζέντας που αντιμετωπίζει τους μετανάστες ως αναγκαίους εταίρους.
Αυτό που λειτουργεί για εμάς μπορεί να λειτουργήσει και για άλλους. Έφτασε η ώρα οι ηγέτες να μιλήσουν καθαρά στους πολίτες τους για το δίλημμα που όλοι αντιμετωπίζουμε. Εμείς, ως δυτικές χώρες, πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα στο να γίνουμε κλειστές και φτωχές κοινωνίες ή ανοιχτές και ευημερούσες. Ανάπτυξη ή υποχώρηση: αυτές είναι οι δύο επιλογές που έχουμε μπροστά μας. Και όταν μιλάω για ανάπτυξη, δεν αναφέρομαι μόνο στο υλικό όφελος, αλλά και στην πνευματική μας εξέλιξη.
Οι κυβερνήσεις μπορούν να υιοθετήσουν τη λογική μηδενικού αθροίσματος της ακροδεξιάς και να υποχωρήσουν προς την απομόνωση, τη σπανιότητα, τον εγωισμό και την παρακμή. Ή μπορούν να αξιοποιήσουν τις ίδιες ακριβώς δυνάμεις που —όχι χωρίς δυσκολίες— έχουν επιτρέψει στις κοινωνίες μας να ευημερήσουν επί αιώνες.
Για μένα, η επιλογή είναι ξεκάθαρη. Και για χάρη της ευημερίας μας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ελπίζω πολλοί άλλοι να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο.
Πηγή: https://www.nytimes.com/2026/02/04/opinion/spain-migrants-europe.html








