Καθώς ολοκληρώνεται ο προσχηματικός διάλογος στην «επιστημονική επιτροπή για το ασφαλιστικό», πληθαίνουν οι ψίθυροι από κυβερνητικά στελέχη στ’ αυτιά πρόθυμων δημοσιογράφων, που αναλαμβάνουν να προλειάνουν το έδαφος για τη μεγάλη αντιασφαλιστική ανατροπή, που θα συνδέσει το όνομα του Α. Λοβέρδου με τις χειρότερες φυσιογνωμίες που πέρασαν από το υπουργείο Εργασίας. Αν ο αλήστου μνήμης Λάσκαρης έμεινε γνωστός ως ο υπουργός που διακήρυξε το… τέλος της πάλης των τάξεων, ο Λοβέρδος θα μείνει ως ο υπουργός που προσπάθησε (αν θα τα καταφέρει, θα το κρίνει η πάλη των τάξεων) να καταργήσει τις βασικές αρχές που συγκροτούσαν τον πυρήνα της κοινωνικής ασφάλισης, ανεξάρτητα από τη μορφή που αυτή έπαιρνε σε κάθε εποχή. Ο Λοβέρδος θα συνδέσει το όνομά του με την κατάργηση αρχών όπως η περιβόητη αλληλεγγύη των γενεών και τη μετατροπή της ασφάλισης σε καθαρά ατομική υπόθεση. Αυτή είναι η ουσία της μεταρρύθμισης που προετοιμάζει.
Τα βασικά στοιχεία αυτής της μεταρρύθμισης έχουν «κλειδώσει» και είναι δύο: ο διαχωρισμός της σύνταξης σε βασική και εργασιακή και η εξαφάνιση –εν τοις πράγμασι– της έννοιας του ορίου ηλικίας. Οι καθηγητάδες που έχουν απομείνει στην «επιστημονική επιτροπή», μαζί με τα στελέχη του υπουργείου και τους εκπροσώπους των καπιταλιστικών οργανώσεων (η ΓΣΕΕ την έκανε, μόλις είδε τα σκούρα, αφού πρώτα πρόσφερε το όποιο κύρος της για να νομιμοποιηθεί αυτή η επιτροπή) θα προσφέρουν στον υπουργό Εργασίας την επιστημονικοφανή επιχειρηματολογία υπέρ της ανατροπής που θα επιχειρήσει, ενώ τα στελέχη της γενικής γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων εργάζονται πυρετωδώς για τη διαμόρφωση του νομοσχέδιου.
Ποια σύνταξη;
Εκείνο που δεν έχει γίνει ευρέως αντιληπτό είναι πως με τον προωθούμενο διαχωρισμό της σύνταξης σε βασική (προνοιακή) και εργασιακή (ανταποδοτική) το κράτος απεκδύεται της υποχρέωσής του να συμμετέχει στη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης και μετατρέπει αυτή την υποχρέωσή του σε πρόνοια. Ας το δούμε λίγο πιο αναλυτικά.
Υποτίθεται ότι μία από τις βασικές αρχές της κοινωνικής ασφάλισης είναι η τριμερής χρηματοδότηση (εργαζόμενοι-εργοδότες-κράτος). Αυτή βέβαια ουδέποτε εφαρμόστηκε με συνέπεια, πάντοτε όμως αναγνωριζόταν ότι το κράτος είναι υποχρεωμένο να συμμετέχει με καθορισμένο τρόπο στη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης. Για παράδειγμα, με τον περιβόητο νόμο Σιούφα (ν. 2084/1992) είχε καθοριστεί ότι για κάθε εργαζόμενο που μπαίνει στην ασφάλιση μετά την 1.1.1993 η ασφάλιση θα χρηματοδοτείται κατά τα 2/9 από τις εισφορές του εργαζόμενου, κατά τα 4/9 από τον εργοδότη και κατά τα 3/9 από το κράτος. Προσέξτε, αυτό ίσχυε για κάθε εργαζόμενο, ανεξάρτητα από το ύψος των μισθών και από το αναμενόμενο ύψος της σύνταξης.
Τώρα, έρχεται η κυβέρνηση και λέει ότι το κράτος δεν πρέπει να συμμετέχει στη χρηματοδότηση της ασφάλισης, αλλά μόνο να παρέχει προνοιακή βοήθεια, που τη βαφτίζουν βασική σύνταξη. Πρόκειται για καθαρή προνοιακή βοήθεια, γιατί διευκρινίστηκε πλέον, ότι αυτή η προνοιακή σύνταξη δεν θα είναι μια σύνταξη που θα την παίρνουν όλοι και από εκεί και πάνω θα προστίθεται η εργασιακή σύνταξη (αυτή που βγαίνει από τις ασφαλιστικές εισφορές), αλλά θα δίνεται με εισοδηματικά κριτήρια. Δηλαδή, δεν θα είναι παρά ένα εναλλακτικό ΕΚΑΣ! Αρκεί να σημειώσουμε πως σήμερα συνταξιούχος που παίρνει την κατώτερη του ΙΚΑ συν κατώτερη επικουρική δεν παίρνει ΕΚΑΣ! Εχουν φτιάξει με τέτοιο τρόπο το νόμο, ώστε το ΕΚΑΣ να το παίρνουν ελάχιστοι χαμηλοσυνταξιούχοι. Για να δώσουμε ένα παράδειγμα, ένας συνταξιούχος της ΔΕΗ, που βγαίνει στη σύνταξη με 35 χρόνια δουλειάς, δεν θα παίρνει τη βασική σύνταξη. Θα παίρνει μόνο τη σύνταξη που θα υπολογίζεται με βάση τις εισφορές τις δικές του και του εργοδότη (που κι αυτές είναι εργατικές εισφορές, για να μην ξεχνιόμαστε). Ενας συνταξιούχος που τυχαίνει να έχει ένα διαμέρισμα και να το νοικιάζει ή να κατοικεί ο ίδιος (οι «επιστήμονες» το λένε καθαρά, ότι πρέπει να μπει ως κριτήριο και η ιδιοκατοίκηση) επίσης δεν θα παίρνει τη βασική σύνταξη.
Ετσι, από την πλειοψηφία των συνταξιούχων αφαιρείται οποιαδήποτε συμμετοχή του κράτους στις ασφαλιστικές τους εισφορές. Το κράτος έχει ως στόχο να μειώσει τις δικές του δαπάνες για όλες τις μορφές ασφάλισης και σύνταξης πολύ κάτω από τα σημερινά επίπεδα. Το λένε, άλλωστε, ότι αυτό επιτάσσει η δημοσιονομική πειθαρχία. Οσοι εργαζόμενοι καταφέρουν να πιάσουν τα 4.500 ένσημα, θα μπορούν να «ελπίζουν» μόνο στις ασφαλιστικές εισφορές που θα έχουν συγκεντρώσει οι ίδιοι, βάσει των οποίων θα υπολογίζεται η εργασιακή σύνταξη, την οποία οι αλήτες βαφτίζουν ανταποδοτική, μολονότι το κράτος δεν θα έχει διαθέσει γι’ αυτή ούτε ένα ευρώ. Πόση θα είναι αυτή η εργασιακή σύνταξη; Εδώ θα γίνει η μεγάλη σφαγή.
Και να μην είχαμε στη διάθεσή μας τις εισηγήσεις των διάφορων «επιστημόνων», θα έπρεπε να είμαστε σίγουροι ότι η σφαγή θα γίνει σ’ αυτό το κομμάτι, ώστε να χτυπηθούν οι συντάξεις που είναι πάνω από τα επίπεδα της κατώτερης του ΙΚΑ. Αυτές είναι ο στόχος. Γιατί θα πετσοκοπούν αυτές οι συντάξεις; Πρώτο, γιατί το κράτος δεν θα έχει καμιά συμμετοχή. Δεύτερο, γιατί στα Ταμεία έχουν συσσωρευτεί τεράστια ελλείμματα (λόγω της επί δεκαετίες καταλήστευσής τους), ενώ με τις συγχωνεύσεις ουσιαστικά και τα πλεονασματικά Ταμεία έχουν καταστεί ελλειμματικά.
Πώς θα γίνει το πετσόκομμα; Πρώτο, με τη διεύρυνση του χρονικού ορίου βάσει του οποίου υπολογίζεται ο λεγόμενος συντάξιμος μισθός. Ο Λοβέρδος έχει δηλώσει ότι τάσσεται αναφανδόν υπέρ μιας βάσης υπολογισμού που θα είναι ολόκληρος ο ασφαλιστικός βίος, όμως αυτό συναντά τεχνικά εμπόδια (δεν έχουν στοιχεία οι υπηρεσίες), οπότε σε πρώτη φάση μπορούν να πάνε στη δεκαετία-δεκαπενταετία, με προοπτική διεύρυνσής της (όσο θα περνούν τα χρόνια, τα στοιχεία θα συγκεντρώνονται μηχανογραφικά). Σε κάθε περίπτωση, ο συντάξιμος μισθός θα συρρικνωθεί δραστικά. Δεύτερο, με τη μείωση του ποσοστού αναπλήρωσης. Οι προτάσεις των «επιστημόνων» είναι για ένα προοδευτικό ποσοστό αναπλήρωσης, που θα ξεκινά μικρό και θα μεγαλώνει τα τελευταία χρόνια, ώστε να αναγκάζει τον εργαζόμενο να μη βγαίνει στη σύνταξη, όπως θα δούμε παρακάτω.
Η τεχνική της μείωσης της λεγόμενης εργασιακής σύνταξης δεν είναι δύσκολη. Με μια απλή αναλογιστική μελέτη μπορούν να καταλήξουν σ’ ένα μοντέλο που θα επιτρέπει στα Ταμεία να δίνουν συντάξεις χωρίς τη συμμετοχή του κράτους. Μάλιστα, το μοντέλο θα είναι ανοιχτό, ώστε να γίνονται συνεχείς προσαρμογές, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση στην οποία θα βρεθούν τα Ταμεία. Δεν χρειάζονται ιδιαί-τερες γνώσεις για να καταλάβει κάποιος ότι αυτές θα είναι συντάξεις πείνας.
Ποια όρια ηλικίας;
Διακηρυγμένος στόχος της κυβέρνησης είναι να μη βγαίνει κανένας στη σύνταξη πριν τα 65 και ένα ποσοστό να αναγκάζεται να εργάζεται (αν μπορεί να βρει δουλειά) και μετά τα 65.
Για τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα αυτό δεν είναι καθόλου δύσκολο, γιατί μετά βίας πιάνουν τα όρια ενσήμων πριν τα 65. Οι περιπτώσεις πρόωρης συνταξιοδότησης θα χτυπηθούν άμεσα. Καταρχάς, οι εργαζόμενοι στα Βαρέα και Ανθυγιεινά. Ακόμη, εκείνοι με τις διάφορες διατάξεις για 35ετία και 37ετία. Τα όρια θα ανέβουν άμεσα. Υπάρχουν, όμως, οι εργαζόμενοι σε δημόσιο και ΔΕΚΟ, αρκετοί από τους οποίους πιάνουν τη σύνταξη πριν τα 65. Γι’ αυτούς θα χρησιμοποιηθεί ως «αντικίνητρο» η εξευτελιστική σύνταξη.
Αναφέραμε προηγουμένως το παράδειγμα του ποσοστού αναπλήρωσης. Αν αυτό αυξάνεται στο χρονικό διάστημα μεταξύ 60 και 65 ετών, ο εργαζόμενος θα υποχρεώνεται ουσιαστικά να μείνει στη δουλειά, γιατί αλλιώς η σύνταξή του δεν θα είναι τίποτα. Αλλά και εκείνοι που πιάνουν τα 4.500 ένσημα στα 65, θα σπρώχνονται να μείνουν καναδυό χρόνια ακόμα, με το δέλεαρ μιας κάπως καλύτερης σύνταξης. Γιατί όταν με 4.500 ένσημα δεν πιάνεις ούτε τα σημερινά κατώτερα όρια του ΙΚΑ, θα σφίξεις την καρδιά σου και θα ψάχνεις για μεροκάματο, ακόμα κι αν είναι να προσθέσεις στη σύνταξή σου 70 ευρώ το μήνα.
Οπως καταλαβαίνετε, δεν έχουμε να κάνουμε με μια επιμέρους αντιασφαλιστική μεταρρύθμιση, αλλά με μια ριζική ανατροπή.








