«Η σημερινή συζήτηση για το συνταξιοδοτικό δίνει την δυνατότητα στο κράτος να δημιουργεί ένα βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα, το οποίο θα πληρώνει συντάξεις για τους δημοσίους υπαλλήλους στο μέλλον και ταυτόχρονα θα ελέγξει το μεγάλο κόστος, το οποίο υπάρχει στο Δημόσιο. (…) Με αυτές τις νέες ρυθμίσεις, επιχειρείται να γίνει μία βιώσιμη δημοσιονομικά ρύθμιση στο συνταξιοδοτικό των δημοσίων υπαλλήλων, που σημειώνεται ότι απορροφά πάνω από το 10% των δαπανών του τακτικού Προϋπολογισμού. Ακόμη, να διαμορφωθεί μία πιο δίκαιη και ισότιμη αντιμετώπιση των δημοσίων υπαλλήλων τόσο μεταξύ τους, αντιμετωπίζοντας φαινόμενα διακριτής μεταχείρισης – άνδρες-γυναίκες, οικογενειακές-κλαδικές και ειδικές ρυθμίσεις – όσο και μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων και των υπολοίπων ασφαλισμένων. Επίσης, να απελευθερωθούν πόροι από το συνταξιοδοτικό, που θα επιτρέψουν την χρηματοδότηση και λειτουργία ενός σύγχρονου, αποτελεσματικού και ποιοτικού κοινωνικού κράτους, που θα εξασφαλίζει δικαιώματα και υπηρεσίες για όλους τους εργαζόμενους, με την κατανόηση ότι η πολιτική, για παράδειγμα, της ενίσχυσης της οικογένειας δεν μπορεί να έρχεται μέσα από ένα συνταξιοδοτικό νομοσχέδιο».
Ανατριχιάζεις ακούγοντάς τον. Δεν είναι ο Στέφανος Μάνος ή ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος. Είναι ο υπουργός Οικονομίας της… σοσιαλιστικής κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ Γ. Παπακωνσταντίνου, μιλώντας την περασμένη Τετάρτη στην επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής. Δεν αισθάνεται την ανάγκη να επικαλεστεί τα συνήθη του τελευταίου εξαμήνου, περί έκτακτων συνθηκών, περί ανάγκης σωτηρίας της χώρας, περί μέτρων που παίρνονται με πόνο ψυχής κ.λπ. Μιλάει σαν ένας ακραιφνής νεοφιλελεύθερος, με τη στυγνή γλώσσα του τεχνοκράτη που τρέφει μίσος για κάθε εργαζόμενο άνθρωπο.