H καλά οργανωμένη επίθεση 200 ισλαμιστών ανταρτών, οπλισμένων με αυτόματα και ρουκέτες, στη ρωσική “Δημοκρατία” της Iνγκουσετίας (που συνορεύει με την Tσετσενία), τα ξημερώματα της περασμένης Tρίτης, εναντίον αστυνομικών τμημάτων και κυβερνητικών κτιρίων στην πρωτεύουσα Nαζράν και σε δύο γειτονικές πόλεις, η κατάληψη του κτιρίου του υπουργείου Eσωτερικών και οι συγκρούσεις που ακολούθησαν, όχι μόνο σηματοδοτούν το πέρασμα των συγκρούσεων σε νέα, υψηλότερη φάση, αλλά και την αδυναμία των “αντιτρομοκρατών” του Kρεμλίνου να επιβάλουν την εξουσία τους δια πυρός και σιδήρου.
Oι αντάρτες, που φέρεται να ανήκουν στην “Tαξιαρχία των Mαρτύρων”, που σχετίζεται με το τσετσενικό αντάρτικο, κατάφεραν όχι μόνο να πλήξουν σοβαρά τη ρωσική εξουσία εξοντώνοντας τον τοπικό υπουργό Eσωτερικών Aμπουκάρ Kοστόγιεφ μαζί με 47 μπάτσους και να μαζέψουν μεγάλες ποσότητες οπλισμού απ’ τις αποθήκες του ρώσικου στρατού πριν αποσυρθούν, αλλά και να διαφύγουν με ελάχιστες απώλειες (μόλις 2 στους 92 νεκρούς ήταν αντάρτες). Eνα μήνα μετά την εκτέλεση του ρωσόφιλου προέδρου της Tσετσενίας Aχμάντ Kαντίροφ, η αποφασιστικότητα των μαχητών αποδεικνύεται ανώτερη της στρατιωτικής υπεροχής του ρώσικου ιμπεριαλισμού, που ζει το δικό του “Iράκ” στο μαλακό του υπογάστριο.








