Σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη, «δεν υπάρχει άνθρωπος που να θέλει να βρει δουλειά στη χώρα αυτή τη στιγμή και να μη βρίσκει», γι’ αυτό και το επίδομα ανεργίας δεν πρέπει να ξεπερνά τους δύο μήνες, ώστε τα λεφτά που «εξοικονομούνται» να διατεθούν για μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, γεγονός που θα «μπουστάρει» την ανάπτυξη και θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας!
Μετά το σάλο που ξέσπασε, ο Μαρινάκης αναγκάστηκε να δηλώσει ότι αυτές είναι «προσωπικές του απόψεις» και όχι θέσεις της κυβέρνησης. Αναμενόμενο: σε προεκλογική περίοδο βρισκόμαστε και τέτοια πράγματα δεν πρέπει να λέγονται. Ο Μαρινάκης διέπραξε γκάφα, οιστρηλατούμενος από το νεοφιλελεύθερο πάθος του, που έφτασε σε επίπεδο μανίας. Οσο προσεκτικός κι αν είναι ένας νεοφιλελεύθερος εραστής του πιο άγριου καπιταλισμού (και ο Μαρινάκης ανήκει στην κατηγορία των προσεκτικών), κάποια στιγμή κάτι θα του ξεφύγει. Γιατί αυτές οι απόψεις είναι ενσταλαγμένες στο πολιτικό DNA τους.
Για όλους τους (και όχι μόνο για τον Μαρινάκη), ο άνεργος είναι απλά τεμπέλης. Ο ίδιος φταίει για την κατάστασή του, καθώς το σύστημα προσφέρει άπειρες ευκαιρίες δουλειάς. Είσαι, ας πούμε, ηλεκτροσυγκολλητής και η βιοτεχνία στο Βοτανικό όπου δούλευες έκλεισε ή περιόρισε το προσωπικό της κι εσύ δεν μπορείς να βρεις δουλειά γιατί έφτασες τα 55; Πάρε ένα «παπί» και πήγαινε να δουλέψεις ντελίβερι σε σουβλατζίδικο. Τόσο απλά.
Η επιδότηση ανεργίας τούς κάθεται στο στομάχι εδώ και δεκαετίες. Από την εποχή του πατέρα Μητσοτάκη και στη συνέχεια του Σημίτη, η φιλοσοφία που «εξομολογήθηκε» ο σημερινός κυβερνητικός εκπρόσωπος διαπερνά την πολιτική όλων των αστικών κυβερνήσεων. Εχουν χυθεί τόνοι μελάνης σε αρθρογραφία, έχει στεγνώσει το στόμα αστών πολιτικών και «ειδικών» να επαναλαμβάνουν τα ίδια και τα ίδια, για τον «αντιαναπτυξιακό» χαρακτήρα της επιδότησης ανεργίας. Κάποια στιγμή, με τη βοήθεια και των κατευθύνσεων της ΕΕ (θα θυμάστε ασφαλώς την περιβόητη «flexicurity» που η «τριτοδρομική» και «εκσυγχρονίστρια» επίτροπος Διαμαντοπούλου την εξελλήνισε στον ανατριχιαστικό νεολογισμό «ευελφάλεια»), άρχισαν να ξετυλίγουν το ιδεολόγημα των «ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης».
Σύμφωνα με αυτό το ιδεολόγημα, η επιδότηση ανεργίας είναι «παθητική πολιτική απασχόλησης», η οποία ωθεί στην εμπέδωση της «τεμπελιάς» των εργαζόμενων, εμποδίζει την αναγκαία «κινητικότητα» και αποτελεί ανάχωμα στην «ανάπτυξη». Ως «αντίδοτο» παρουσιάστηκαν οι «ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης», που σε απλά ελληνικά σημαίνει επιδότηση των καπιταλιστών εργοδοτών για την πρόσληψη ανέργων, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων απολύεται μετά τη λήξη του χρόνου επιδότησης. Μετά προστέθηκαν και τα vouchers για «επαγγελματική κατάρτιση και επανακατάρτιση», για να κονομάνε οι ιδιοκτήτες των λεγόμενων ΚΕΚ.
Ετσι, βαθμιαία περιοριζόταν η επιδότηση ανεργίας και ένα ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα της γινόταν επιδότηση των καπιταλιστών, χωρίς αυτή να επιφέρει καμιά μείωση της ανεργίας. Τα λεφτά των εργαζόμενων για ασφάλιση έναντι της ανεργίας έγιναν ζεστό χρήμα για τις κάθε είδους καπιταλιστικές επιχειρήσεις.
Ο Μαρινάκης, λοιπόν, δεν είπε τίποτα το καινούργιο, τίποτα το εξωφρενικό. Συνέχισε από εκεί που σταμάτησαν οι προηγούμενοι. Η γκάφα του συνίσταται ότι είπε τα όσα είπε σε προεκλογική περίοδο που οι αστικές κυβερνήσεις δεν αγγίζουν τέτοια θέματα.
Στο σάλο που ακολούθησε και στην κάλυψη του Μαρινάκη από τον πρωθυπουργό του με το πρόσχημα των «προσωπικών απόψεων» υπήρξε μια θεμελιώδης φαλκίδευση. Η επιδότηση ανεργίας παρουσιάστηκε σαν προνοιακή παροχή του αστικού κράτους προς τους εργαζόμενους που μένουν άνεργοι. Αυτό είναι ψέμα. Η επιδότηση ανεργίας δεν είναι κρατική προνοιακή παροχή, αλλά ασφαλιστική κάλυψη πληρωμένη από τους ίδιους τους εργαζόμενους.
Μένοντας στο αυστηρά «ανταποδοτικό» επίπεδο, θα θυμίσουμε ότι κάθε μισθωτός καταβάλλει 2,45% επί των ακαθάριστων (μικτών) αποδοχών για ασφάλιση έναντι ανεργίας. Η λέξη «ανταποδοτικό» δεν μπήκε τυχαία εντός εισαγωγικών. Η ανταποδοτική-λογιστική προσέγγιση έχει μια εντελώς περιορισμένη χρησιμότητα, ίσα-ίσα για να υπενθυμίζει ότι η ασφάλιση έναντι ανεργίας είναι ασφαλιστική κάλυψη και όχι κρατική προνοιακή παροχή. Ομως η εργατική τάξη καταβάλλει πολύ-πολύ περισσότερα από το 2,45% για την ανεργία ή από το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών.
Η εργατική τάξη είναι ο παραγωγός όλου του κοινωνικού πλούτου. Από την εκμετάλλευση της εργασιακής της δύναμης παράγεται η υπεραξία που μετατρέπεται σε κέρδος υπέρ των καπιταλιστών. Επιπλέον, η εργατική τάξη είναι το υποζύγιο της φορολογίας, καθώς πέρα από τους άμεσους φόρους που καταβάλλει, καταβάλλει το συντριπτικό ποσοστό των αντιλαϊκών έμμεσων φόρων που είναι ενσωματωμένοι στις τιμές των προϊόντων-εμπορευμάτων που είναι απαραίτητα για τη διαβίωση-επιβίωση.
Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν πρέπει να περιοριστεί σε μια άμυνα έναντι απόψεων «τύπου Μαρινάκη». Αυτή η άμυνα οδηγεί σε μια συνεχή μάχη οπισθοφυλακής, στη διάρκεια της οποίας η εργατική τάξη διαπραγματεύεται πόσα θα χάσει κάθε φορά. Χωρίς μπούσουλα, επειδή δεν υπάρχει ταξικό όραμα.
Ποιο (πρέπει να) είναι το ταξικό όραμα; Πλήρης ασφάλιση – συμπεριλαμβανόμενης επιδότησης ανεργίας για όσο αυτή διαρκεί – με δαπάνες των καπιταλιστών και του κράτους τους.








