Εσώσανε, εσώσανε, βαρέθηκαν να σώνουν
το κούρεμα συνέχισαν και την αφαιμαξάρα
Στη λιτανεία βγήκανε με κουρελοσημαίες
τουλούμι έπεφτε βροχή κι ήταν 7 Φλεβάρη
Προσπάθησαν οι φου-μου-κου, προσπάθησαν κι οι μπάτσοι
στο τέλος καταϊδρωμέ, ήρθαν οι πουθενάδες
Ητανε, λένε βίαιος, και βία δεν εφάνη.
Τους μάρτυρες δεν κάλεσαν, δικογραφία χάσαν
(τ’ αυγά και τα πασχάλια)
Ανάγκη της οργάνωσης, πολιτικής της τάξης
να μην περιφερόμαστε, φτερούγα στον αέρα.
♦ Τι να σκέφτεται άραγε η Λιάνα για το άρθρο 99 και την εργοδοτικότατη στάση της Εκκλησίας της Ελλάδας στον ίδιο της το σταθμό;
♦ Μας πληροφορεί ο Ριζοσπάστης ότι οι χαλυβουργοί γιόρτασαν 100 μέρες απεργίας (απότι ξέρουμε οι εργάτες γιορτάζουν μία νίκη τους, όχι Γιάννη τονε βγάλανε πριν καν να τον ιδούνε…).
♦ Βάλαν τη μια στη φυλακή – ξοπίσω πάει κι η άλλη (από το έπος «Πούστε, αγόρια, πούστε»).
♦ Αμα έχεις τέτοιους φίλους: «Ο Κάουτσκι ανέτρεψε αυτήν την σειρά, που διάλεξε ο Μαρξ. Στην αρχή της έκδοσής του ο Κάουτσκι έβαλε τέσσερα μικρά κομμάτια παρμένα από το χειρόγραφο του 1861-1863, ανακάτεψε τη συνεκτική περιγραφή που έκανε ο Μαρξ στα Τετράδια 5 έως 15 και 18 με τα σχεδιαγράμματα από τα Τετράδια 20 και 23, αφαίρεσε από το κύριο κείμενο τις θεωρητικές έρευνες του Μαρξ, που συνδέονται άμεσα με την ανάλυση του Σμιθ και του Κεναί, και τις δημοσίευσε σαν ξεχωριστά παραρτήματα. Ακόμη περισσότερο ανακάτεψε ο Κάουτσκι το κείμενο του Μαρξ στο δεύτερο τόμο της έκδοσής του. Ο τόμος αυτός αποτελείται από δύο μέρη. Το κεφάλαιο “Η θεωρία του κέρδους του Ρικάρντο”, που στο χειρόγραφο του Μαρξ αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο και περιέχει μια αυστηρά συνεπή κριτική των απόψεων του Ρικάρντο για το μέσο ποσοστό του κέρδους και για τις αιτίες της πτώσης του, ο Κάουτσκι το διαίρεσε σε δύο μέρη και τα χώρισε το ένα από το άλλο με 350 σελίδες στους δύο ημίτομους. Στο κεφάλαιο αυτό ο Μαρξ δείχνει πως τα λάθη του Ρικάρντο στη θεωρία της γαιοπροσόδου επηρεάζουν τη θεωρία του για το κέρδος. Γι’ αυτό, δεν είναι τυχαίο ότι στο χειρόγραφο του Μαρξ η ανάλυση της θεωρίας της γαιοπροσόδου του Ρικάρντο προηγείται του κεφαλαίου για τη “θεωρία του κέρδους του Ρικάρντο”. Ο Κάουτσκι το αγνόησε αυτό και αναποδογύρισε το κείμενο, προσπαθώντας να το προσαρμόσει στη σειρά της έκθεσης που χρησιμοποιήθηκε από τον Μαρξ στον τρίτο τόμο του “Κεφαλαίου”, όπου όμως δεν γίνεται ιστορικο-κριτική διερεύνηση των αντιλήψεων του Ρικάρντο, αλλά η συστηματική έκθεση της θεωρίας του Μαρξ. Στην έκδοση του Κάουτσκι υπάρχουν πολυάριθμες συντομεύσεις των κειμένων του Μαρξ, τις οποίες τίποτα δεν μπορεί να τις δικαιολογήσει. Μερικές από τις παραλείψεις του Κάουτσκι είναι εξαιρετικά σοβαρές γιατί έτσι εξαφανίζονται σπουδαίες θέσεις του Μαρξ» (Κ. Μαρξ: «Θεωρίες για την υπεραξία», μέρος πρώτο, πρόλογος, Σ.Ε. 1984).
♦ «Οι μεγάλοι θεατρικοί συγγραφείς υπήρξαν εργάτες του θεάτρου και ποτέ απλοί σεναριογράφοι –όπως ο Αισχύλος, ο Αριστοφάνης, ο Σαίξπηρ, ο Μολιέρος, ο Ρακίνας, ο Τσέχωφ, ο Σο, ο Μπρεχτ… Ολοι αυτοί δεν έγραψαν μόνο θεατρικά έργα, αλλά μόχθησαν δουλεύοντας πάνω σ’ αυτά. Επέβλεπαν τις πρόβες, διεύθυναν σκηνοθετικά την κίνηση των έργων τους, σκόπευαν και είχαν γνώμη πάνω στη μουσική, τη χορογραφία και τα σκηνικά των έργων τους, και πολλές φορές έπαιζαν οι ίδιοι σ’ αυτά. Γι’ αυτούς το έργο έβρισκε την πραγμάτωση, την τέλεια μορφή του στη θεατρική παρουσίασή του». (Ολ. Τάπλιν: «Η αρχαία ελληνική τραγωδία σε σκηνική παρουσίαση»).
♦ Διαβάστε για τα χάλια των βρετανικών σιδηροδρόμων (κάργα ιδιωτικοποιημένων) στην ιστοσελίδα just economics (υπάρχει έκθεση αυτού του think tank λεπτομερέστατη).
♦ «Ποια ήταν όμως η θέση της γυναίκας στο χρυσό αιώνα; Γράφει ο μεγάλος μας Βερναρδάκης: Ο δε γυναικωνίτης εν Αθήναις ήτο δε εν πολλοίς σχεδόν αδιόρατος και απόκρυφος όπως και σήμερον παρά τοις Οθωμανοίς. Ευλόγως άρα ο Ευριπίδης αποκαλύψας τον γυναικωνίτην και απογυμνώσας από την σκηνήν την γυναίκα, μεθ’ ίσης και τον άνδρα ανευλαβείας, εξέπληξε τους πάντας». Και συνεχίζει, ότι οι Αθηναίοι ήταν συνηθισμένοι να βλέπουν στη σκηνή τις αρετές των γυναικών, όχι όμως και τας κακίας, όχι και τα ελαττώματα και τας μανίας αυτών τας εξ έρωτος. Η θέση της «ελεύθερης» γυναίκας ήταν χειρότερη και από του δούλου και οι πέραν του ορίου αδικούμενοι άνθρωποι μεταβάλλονται εις θηρία, γράφει ο Μάραιϋ. Αδύναμες να αντιδράσουν αλλιώς οι γυναίκες του Ευριπίδη, μέσα στα δεινά που τους επέβαλλε η κοινωνία, καταφεύγουν στην εκδίκηση. Ερχεται η ώρα που γίνονται ρομφαίες. Ο Ευριπίδης δεν μας ζητάει να τις αγαπήσουμε, αλλά να τις κατανοήσουμε». (Στ. Δρομάζου: «Αρχαίο Δράμα»-«Μήδεια»).
Βασίλης






