Είστε για λίγη χαοτικότητα; (Τι Ζυρίχη, τι Κοζάνη)
Η τρόικα (η περεστρόικα, το ΙΚΑ, τα σύκα, η Μαρίκα…) και ο καταραμένος όρχις
Πολυτεχνείο ’73 – φοιτητικές καταλήψεις 2011 – η πέμπτη φάλαγγα του Περισσού στο μόνιμο καθήκον της υπονόμευσης των αγώνων
♦ «Ακούστε εσείς./ Εσείς που κοιμηθήκατε απόψε στα ζεστά,/ σβήνοντας με μια κίνηση το φως./ Σαν τους θεούς που παίζουν τη “Δημιουργία”/ (“Γεννηθήτω το φως” – και εγένετο). Ακούστε με./ Τούτη την άναρθρη νύχτα που σωπαίνουν οι λύκοι/ γιατί ουρλιάζουν οι άνθρωποι. Ακούστε με./ Εσείς, που κοιμάστε αγκαλιά με τα όνειρα./ Εσείς, που σας φιλά στο στόμα η Ζωή./ Που σας χαϊδεύει με το μετάξι της. Εσείς./ Ακούστε με./ Λίγες μόνο ώρες απ’ τη στεριά/ Και χίλια χρόνια μακριά από την Οικουμένη. Παλεύει ένα ολομόναχο νησί,/ -πέτρινος αφαλός στο χάος της θάλασσας-/ στο ασίγαστο Αιγαίο, που σηκώθηκε ορθό./ Και χύθηκε πάνω στα γκρεμνά του./ Απόψε έφτασε εκεί ο Κατακλυσμός,/ ξεκολλημένος απ’ τις σελίδες της μυθολογίας./ Κι έσπασε τους μύλους του Νησιού./ Και χόρεψε στην πέτρινη ράχη του/ τον πυρρίχιο της λύσσας./ Απόψε βρέχει μαχαίρια η βροχή και σκίζουν τις κοιλιές των τσαντηριών τους./ Ο βοριάς δείχνει ολόισια το νησί./ Και τα κύματα αδειάζουν τις άγριες δεξαμενές τους/ ίσα πάνω του./ Και σκάβουν, σκάβουν την πλαγιά./ (Κι ο κόσμος γέμισε ρυτίδες…)/ Α, τι κυλούν τις νύχτες οι κατεβασιές./ Τι παίρνουν, και τι φέρνουν, και τι κυνηγούν./ Τι μπόγους, τι σοδιές και τι υπάρχοντα./ Τι αίματα, τι δέματα και τι φυλαχτά…/ Το γράμμα της μανούλας… Που βράχηκε./ Και δε θα διαβάζεται πια/ (κι ήταν τόσο λίγη η ορθογραφία της…)/ Κι όλα αυτά γιατί; Μα γιατί;/ Γιατί η ματιά τους είναι απλή και φεγγερή./ Γιατί ζεσταίνει τις πληγές του κόσμου./ Γιατί η μιλιά τους είν’ γλυκιά και ταπεινή./ Σαν την “επί του όρους” ο μ ι λ ί α…/ Απόψε πάλι δεν θα κοιμηθώ./ Απόψε πάλι θα βραχώ με τους βρεγμένους./ Και θα βογγήξω με τους αρρώστους./ Γιατί η ψυχή μου έμεινε εκεί./ Γιατί ο Γολγοθάς που με κάρφωσε/ μούδωσε το σταυρό του μαζί μου». (Μενέλαος Λουντέμης, Η ψυχή μου έμεινε εξορία).
♦ Τον συρφετό των αγανακτισμένων φοιτητών έβγαλε στη σκηνή ο Παπάρης Πορδοψάλτε (και ήταν εμφανές το μαύρισμα της Μυκόνου και το σούπερ ντούπερ στρινγκάκι όλων των σχετικών καλεσμένων…).
♦ Ουλτιμέιτ, κουάλιτυ [έχουμε πήξει στην αγγλική (τηλεοπτική) προφορά…].
♦ Ο Στάθης εργάζεται και στην «Χαραυγή»; (φ. 20-9-11, σελ.4).
♦ Κίνημα πολιτών, λέει, «καταναλώνουμε ό,τι παράγουμε». Για το παράγουμε, τέλος πάντων, αλλά το καταναλώνουμε με τρία ευρώ και είκοσι λεπτά μια μπουκίτσα φαΐ, κομμάτι δύσκολο ακούγεται.
♦ Πρωτοπόρα η ΚΟΕ και άλλοι ανεκάλυψαν την άμεση δημοκρατία στην… καπιταλιστική Ισλανδία (που είναι ο Βάγκνερ, που ‘ναι ο Πουτσίνι, δηλαδή…).
♦ «Εκεί στο κέντρο της πλατείας κάθε ιδεολογική ταυτότητα κατέρρευσε. Το ρυθμό τον έδινε η πράξη και μάλιστα η απελευθερωτική πράξη, η πράξη με θεμέλιο και απόληξη την άμεση δημοκρατία». Μικρό τμήμα πονήματος-παραληρήματος στη «Βαβυλωνία» Νο 2 με τίτλο «Κομμουνισμός και κόκκινα άλογα». Δεν ήταν, λοιπόν, μόνο οι ελληναράδες που απαγόρευαν τις… ιδεολογίες στο Σύνταγμα, αλλά και τούτοι δω που παίξανε καλά, μα πολύ καλά το ρόλο τους… Ζητείται υπόλοιπο 1.500 ευρώ από κάποια απεργία…
♦ «Οπως είναι γνωστό, ο Πάστερνακ σπούδασε φιλοσοφία στη Γερμανία. Αντρώθηκε την εποχή της τσαρικής Ρωσίας κι από τα νιάτα του το πνεύμα του διαμορφώνεται με το γερμανικό ιδεαλισμό… Η φιλοσοφία του έργου (σ.σ. Δόκτωρ Ζιβάγκο) είναι ένας συνδυασμός θρησκευτικής σλαβόφιλης μυστικοπάθειας με δυτικές φιλοσοφικές έννοιες… Στο μυθιστόρημα του Πάστερνακ η ρωσική πραγματικότητα παρουσιάζεται μουντή και ταραγμένη, συγγενεύει περισσότερο με την εικόνα που της δίνει ο Μπούνιν… Εχει μέρη καλά και μέρη μέτρια… Είναι φυσικό οι ιδέες αυτές και αυτά τα αισθήματα που αναπτύσσονται μέσα στο έργο του Πάστερνακ, να τον θέτουν σ’ αντιδικία με τον κοινωνικό του περίγυρο… Ωστόσο η Πολιτεία πρόσφερε στον Πάστερνακ όλες τις ανέσεις και φρόντισε να διώξει από πάνω του κάθε βιοτική έγνοια και ενόχληση. Μερικοί ξένοι που τον επισκέφτηκαν πριν από λίγο καιρό τον περιγράφουν να ζει μεγαλόπρεπα, περήφανος σα θεός, μέσα στην έπαυλή του τριγυρισμένη από ψηλά δέντρα κι ανθισμένα παρτέρια, γεμάτη από καλλιτεχνήματα κι όλα τα αγαθά του πολιτισμού». (Μάρκου Αυγέρη, Απαντα, Τόμος Γ, Οι ιδέες του Πάστερνακ στο μυθιστόρημά του «Δόκτωρ Ζιβάγκο» – εκδόσεις «Νέα Τέχνη», 1965).
Βασίλης






