Με νυχτερινή τροπολογία στο φορολογικό νομοσχέδιο, που κατατέθηκε τις μέρες των γιορτών για να περάσει απαρατήρητη, η κυβέρνηση εξαίρεσε τους μπάτσους από την περικοπή του 12% των επιδομάτων, που εφαρμόστηκε σε όλους τους δημόσιους υπάλληλους.
Η εξήγηση αυτής της κίνησης είναι φανερή. Θέλουν το μηχανισμό καταστολής ετοιμοπόλεμο. Θέλουν να ενισχύσουν στους μπάτσους τη συνείδηση ότι δεν αποτελούν συνηθισμένους δημόσιους υπάλληλους, αλλά κάτι το ξεχωριστό. «Εσείς είστε το κράτος», που έλεγε παλαιότερα ο Μητσοτάκης. Ετσι, ο μπάτσος γίνεται πιο φανατικός στην εφαρμογή «του νόμου και της τάξης». Αν υπήρχε περίπτωση να αισθανθεί συμπάθεια για τον εργαζόμενο που απεργεί, διαδηλώνει και συγκρούεται, να αισθανθεί συμπάσχων επειδή και αυτού του περιέκοψαν το μισθό, τώρα αισθάνεται ξεχωριστός και συνειδητοποιεί πως μόνο αν ασκεί με φανατισμό τα κατασταλτικά του καθήκοντα θα εξακολουθήσει να είναι ξεχωριστός για το κράτος και να απολαμβάνει προνόμια που δεν έχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι.
Η αστική κοινωνία φοβάται. Φοβάται πως η ανεργία και η φτώχεια, που θα εξαπλωθούν σαν μεσαιωνική χολέρα τα επόμενα χρόνια, σε συνδυασμό με τα απανωτά «πακέτα» αντεργατικών-αντιλαϊκών μέτρων, θα οδηγήσει σε κοινωνικές εξεγέρσεις. Ο μόνος τρόπος για την αντιμετώπιση αυτών των εξεγέρσεων είναι η ενίσχυση του κατασταλτικού μηχανισμού. Γι’ αυτό και η κυβέρνηση πήρε στα μουλωχτά τη συγκεκριμένη απόφαση για τους μισθούς των μπάτσων. Γι’ αυτό ο αστικός Τύπος πέρασε αυτή την είδηση στα ψιλά. Γι’ αυτό έχουν γεμίσει οι δρόμοι, ακόμα και στις γειτονιές, με εποχούμενους μπάτσους. Ούτε επί χούντας δεν υπήρχε τόση αστυνομοκρατία.








