Στις 25 Μάρτη η σύνοδος κορυφής της ΕΕ πήρε μια άσφαιρη απόφαση «στήριξης» του ελληνικού δημοσίου, ενώ την ίδια μέρα ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ζ.Κ. Τρισέ ανακοίνωσε μια σημαντική απόφαση για τις ελληνικές τράπεζες. Ανακοίνωσε πως η ΕΚΤ θα δέχεται σαν εγγύηση ακόμα και υποβαθμισμένα (από τους μονοπωλιακούς οίκους αξιολόγησης) ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, προκειμένου να δανείζει τις ελληνικές τράπεζες, εξασφαλίζοντάς τους ρευστότητα.
Δυο μέτρα και δυο σταθμά. Το ελληνικό δημόσιο αφέθηκε στο έλεος των «κερδοσκόπων», όπως φάνηκε καθαρά στη δημοπρασία-ναυάγιο επταετών ομολόγων τέσσερις μέρες αργότερα, ενώ οι ελληνικές τράπεζες θωρακίστηκαν, ώστε και στη διατραπεζική αγορά να μπορούν να δανείζονται και από την ΕΚΤ να εξασφαλίζουν ρευστότητα, όταν τα πράγματα ζορίζουν στη διατραπεζική.
Τις επόμενες μέρες είχαμε μια διπλή κίνηση. Οι τράπεζες διευ-κόλυναν τους μεγάλους πελάτες τους (καπιταλιστές, φυσικά) να μεταφέρουν μεγάλα ποσά στις θυγατρικές τους στην Κύπρο (έγινε λόγος για ποσά που συνολικά έφτασαν τα 10 δισ. ευρώ). Από την άλλη, οι ελληνικές τράπεζες δέχτηκαν επίθεση στη διατραπεζική αγορά, με αποτέλεσμα τα επιτόκια δανεισμού τους να εκτινα- χτούν μέσα σε μια μέρα. Τι έγινε τότε; Η κυβέρνηση Παπανδρέου άνοιξε τη στοργική αγκαλιά της και ενεργοποίησε για λογαριασμό των τεσσάρων μεγαλύτερων τραπεζών το υπόλοιπο του «πακέτου» των 28 δισ., που όταν το είχε αποφασίσει η κυβέρνηση Καραμανλή, το ΠΑΣΟΚ το κατήγγειλε ως χαριστική πράξη!
Ας σημειωθεί εδώ, πως οι ισολογισμοί των τραπεζών για το 2009 έκλεισαν και δημοσιοποιήθηκαν και έδειξαν συνολικά κέρδη 2,2 δισ. ευρώ! Τα πραγματικά κέρδη είναι πολύ μεγαλύτερα, διότι οι τραπεζίτες αύξησαν υπέρμετρα τα ποσοστά επισφαλειών. Δηλαδή, εξασφαλίστηκαν και για τα δάνεια που δεν θα εξυπηρετη- θούν την επόμενη διετία. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του οικονομικού Τύπου, ανέβασαν τις επισφάλειες στο 9% των δανείων τους, έναντι 5% το 2008!
Ο ίδιος ο Παπανδρέου συναντήθηκε με τους τέσσερις τραπεζίτες και ο Παπακωνσταντίνου συναντήθηκε με τον Προβόπουλο και ανακοίνωσε ότι ενεργοποιείται το υπόλοιπο των 15 δισ. από το σκέλος των εγγυήσεων του «πακέτου» Καραμανλή. Ετσι, οι τράπεζες θα μπορούν να αντλήσουν ρευστότητα από την ΕΚΤ με επιτόκια που δεν θα ξεπερνούν το 2%, όταν στο ελληνικό δημόσιο προτείνεται δανεισμός με τουλάχιστον 5% για τριετή ομόλογα!
Οπως συμβαίνει πάντοτε σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η κυβερνητική απόφαση επενδύθηκε προπαγανδιστικά. Το κράτος –είπαν– διευκολύνει τις τράπεζες να δανειστούν φτηνά από την ΕΚΤ, για να ανοίξουν το δανεισμό στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά! Τι θα γίνει στην πραγματικότητα το περιγράφει γλαφυρότατα (και κυνικότατα) η –υπεράνω υποψίας– ιστοσελίδα «Βanks’ News»: «Πάντως, καλώς εχόντων των πραγμάτων, όλες οι ανησυχίες για το τραπεζικό σύστημα περνούν από σήμερα στο παρελθόν και οι Ελληνες τραπεζίτες ετοιμάζονται για το επόμενο… έπος τους στην αγορά των κρατικών τίτλων: λαμβάνοντας κρατικές εγγυήσεις δανεισμού και ειδικά κρατικά ομόλογα, οι τράπεζες θα αποσπάσουν ρευστότητα της τάξεως των 17 δισ. ευρώ από την ΕΚΤ, θα την κατευθύνουν στην κάλυψη των “κενών ρευστότητας”, αλλά και σε αγορές ελληνικών κρατικών τίτλων με πολύ υψηλότερη απόδοση από το κόστος δανεισμού από την ΕΚΤ και θα εξασφαλίσουν μια σημαντική “ένεση” κερδοφορίας, στη δυσκολότερη συγκυρία εδώ και πολλά χρόνια για το σύστημα».
Αυτό που συνέβη στις 30 Μάρτη είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η κυβέρνηση δουλεύει για τους τραπεζίτες και τους ραντιέρηδες, την ίδια στιγμή που τους καταγγέλλει για κερδοσκοπία. Η κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει σε επανέκδοση του 20ετούς ομολόγου του ελληνικού δημοσίου, σε προκαθορισμένο επιτόκιο 5,9%.
Η κίνηση αυτή έγινε καθαρά για να διευκολύνει ορισμένες τράπεζες που την πάτησαν στο «σορτάρισμα», όπως λέγεται. Το παιχνίδι αυτό γίνεται στη δευτερογενή αγορά τίτλων. Οι «παίχτες» πουλάνε «αέρα», αποσκοπώντας σε κέρδη μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Δηλαδή, πουλάνε ομόλογα που δεν έχουν στην κατοχή τους, περιμένοντας πτώση των τιμών (δηλαδή άνοδο των επιτοκίων), ώστε να αγοράσουν τα ομόλογα φτηνότερα και να βγάλουν κέρδη. Καμιά φορά, όμως, αυτό το παιχνίδι γυρίζει τούμπα. Οι υποψήφιοι αγοραστές δεν τσίμπησαν και οι τράπεζες βρέθηκαν στην ανάγκη να παραδώσουν ομόλογα που πούλησαν αλλά δεν είχαν στην κατοχή τους. Αν δεν παρέδιδαν τα συμφωνηθέντα στη συμφωνημένη ημερομηνία, θα έπρεπε να πληρώσουν τόκους στους αγοραστές. Εσπευσε, λοιπόν, η κυβέρνηση να εκδώσει 20ετή ομόλογα σε συμφωνημένο επιτόκιο, ώστε οι τράπεζες να τα αγοράσουν και να τα παραδώσουν χωρίς να χάσουν κέρδη. Δεν διαπραγματεύθηκε καν ένα χαμηλότερο επιτόκιο, αφού τους είχε στο χέρι.
Οι μεγαλοραντιέρηδες, αφού έκλεισαν τις «θέσεις» τους, δηλαδή αφού αγόρασαν τα ομόλογα που είχαν πουλήσει με τη μορφή του «αέρα», σταμάτησαν στα 390 εκατ. ευρώ, ενώ η κυβέρνηση ζητούσε 1 δισ. Αγόρασαν, δηλαδή ομόλογα μόλις στο 39% του ποσού που ζητού-σε η κυβέρνηση. Μόνο όσα είχαν «σορτάρει». Η κυβέρνηση τους έκανε τη χάρη και αυτοί την πλήρωσαν με… αχαριστία, ωθώντας την σε ένα φιάσκο, που δεν σχολιάστηκε και πολύ, λόγω και των γιορτινών ημερών που ακολούθησαν.
Ο γενικός διευθυντής του ΟΔΔΗΧ, Π. Χριστοδούλου, μεγαλοστέλεχος της Goldman Sachs και της JP Morgan τα προηγούμενα χρόνια, εξέδωσε μια ανακοίνωση στην οποία έλεγε ότι η απόφαση για την έκδοση αυτού του ομολόγου ήταν καθαρά τεχνικής φύσης και πάρθηκε για να διευκολυνθούν ορισμένες τράπεζες που είχαν ανοιχτές θέσεις! Παραδέχτηκε, δηλαδή, ότι προχώρησε στη δημοπρασία μόνο και μόνο για να διευκολύνει τις τράπεζες.








