Ολοι γνωρίζουμε τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζει η δημόσια εκπαίδευση, τα οποία επιδεινώθηκαν στο έπακρο τα χρόνια των Μνημονίων. Κυριολεκτικά το δημόσιο σχολείο ρίχτηκε στα τάρταρα. Τούτο αποκαλύπτουν και τα στοιχεία που αναφέρει η ετήσια έκθεση 2016 για την εκπαίδευση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας (ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ), που παρουσιάστηκε την περασμένη εβδομάδα, παρουσία εκπροσώπων των αστικών κομμάτων, του υπουργού Παιδείας συμπεριλαμβανομένου.
Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, ως θεσμός του συστήματος, με την έκθεση αυτή τεχνοκρατικού τύπου, «συνέβαλε» στον «διάλογο» για την Παιδεία και η ενέργειά της αυτή χαιρετίστηκε από τους παρευρισκόμενους. Τέτοιες εκθέσεις λειτουργούν σαν αποσμητικό στην τουαλέτα του συστήματος, γιατί τάχαμου αναδεικνύουν τα προβλήματα, χωρίς να κατονομάζονται οι ένοχοι που τα δημιούργησαν (διαχρονικά όλες οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου, με ένταση κυρίως τα χρόνια των Μνημονίων), τα οποία, όμως, η συγκυβέρνηση και η αντιπολίτευση δεν προτίθενται να λύσουν, μιας και άπαντες υπηρετούν με συνέπεια την πολιτική που επιβάλλουν τα Μνημόνια.
Η άθλια χρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης από το κράτος, η συμμετοχή της «τσέπης» των νοικοκυριών στη μορφωτική προσπάθεια των παιδιών τους, η ανυπαρξία μόνιμων διορισμών, η αποψίλωση του δημόσιου σχολείου από μόνιμους εκπαιδευτικούς και η λειτουργία του με συμβασιούχους εκπαιδευτικούς, που εργάζονται σε καθεστώς παρατεταμένης ανασφάλειας με μισθούς πείνας μακριά από τις οικογένειές τους και τον τόπο μόνιμης κατοικίας τους, οι ανύπαρκτες, ανεπαρκείς και άθλιες σε πολλές περιπτώσεις υποδομές, η τεχνικοεπαγγελματική εκπαίδευση ως «αποθήκη ψυχών» των παιδιών της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, η πτώση ακόμη παραπέρα της επίδοσης των μαθητών στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, ως αποτέλεσμα της καταβαράθρωσης (οικονομικής, προσωπικής, ψυχικής) των οικογενειών τους και κυρίως των μαθητών των ΕΠΑΛ και των Εσπερινών Λυκείων, στα οποία φοιτούν εργαζόμενοι μαθητές, οι μεγάλες ελλείψεις στην προσχολική αγωγή, κ.λπ. είναι μόνο κάποια από τα τεράστια προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης.
Σχετικά με αυτά, η έκθεση αναφέρει τα εξής:
♦ Η εκπαίδευση χρηματοδοτείται από δύο πηγές, κράτος και νοικοκυριά με αναλογία 60-40. Από το 2009 και μετά έχουμε συνεχή μείωση των δαπανών τόσο από το κράτος όσο και από τα νοικοκυριά. Τα τελευταία, κυρίως μετά το 2012, που η οικονομική κρίση έγινε πολύ αισθητή στις λαϊκές οικογένειες, μείωσαν κατά πολύ τις δαπάνες για την εκπαίδευση των παιδιών τους.
Το 2014 οι δημόσιες δαπάνες ήταν 5.614,8 εκ. ευρώ, δηλαδή 3,16% του ΑΕΠ και οι δαπάνες των νοικοκυριών 3.772,6 εκ. ευρώ.
Από το 2008 και μετά το ποσοστό των δαπανών για την Παιδεία μειώθηκε κατά 66.102.000 ευρώ. Από το 2009 μέχρι το 2014 το Δημόσιο μείωσε τη χρηματοδότησή του για την Παιδεία κατά 2% του ΑΕΠ.
♦ Με τα δύο πρώτα Μνημόνια (2010-2014) σημειώθηκε τεράστια περικοπή του εκπαιδευτικού προσωπικού. Οι διδάσκοντες στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση μειώθηκαν μέσα σε τέσσερα χρόνια κατά 32.717. Την ίδια στιγμή οι αναπληρωτές που προσελήφθησαν το 2014 ήταν μόλις 10.948, δηλαδή ούτε οι μισοί από τους εκπαιδευτικούς που έφυγαν από το δημόσιο σχολείο.
♦ Σημειώνεται μεγάλη έλλειψη κατάλληλων υποδομών, αφού δεν κατασκευάστηκαν νέα σχολικά κτίρια και δεν ανακαινίσθηκαν εδώ και εφτά χρόνια τα υπάρχοντα. Το πρόβλημα είναι διαχρονικό (από το 2007), όμως η οικονομική κρίση το ενέτεινε. Πολλές σχολικές μονάδες δεν έχουν εργαστήρια, βιβλιοθήκη, γυμναστήριο, αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, κτλ.
♦ Οι υποδομές στην προσχολική αγωγή είναι ανεπαρκέστατες. Δεν μπορούν να καλύψουν τη φοίτηση όλων των παιδιών προσχολικής ηλικίας (4-5 ετών, προνήπια-νήπια).
♦ Σημειώνεται πτώση του δείκτη της επίδοσης των μαθητών στη διάρκεια της κρίσης, ιδίως στα Επαγγελματικά αλλά και στα Εσπερινά Λύκεια που φοιτούν εργαζόμενοι μαθητές.
Γιούλα Γκεσούλη








