Πόσο μέτρησε το άγριο ξύλο που έριξε η ολλανδική αστυνομία (χρησιμοποιώντας ακόμα και έφιππες μονάδες και σκυλιά!) στους τούρκους μετανάστες, υποστηρικτές του κόμματος του Ερντογάν, στην εκλογική νίκη του δεξιού Μαρκ Ρούτε επί του ακροδεξιού Χερτ Βίλντερς; Δεν μπορούμε να μιλήσουμε με σιγουριά. Δε γνωρίζουμε από πρώτο χέρι την κοινωνική πραγματικότητα στην Ολλανδία και τους «γκαλοπολόγους» (που όλα τα «μετράνε») δεν τους εμπιστευόμαστε. Είναι, όμως, σίγουρο ότι ο Ρούτε, με την απαγόρευση των ομιλιών των υπουργών του Ερντογάν, με τη θεαματική απέλαση τουρκάλας υπουργού που η ολλανδική αστυνομία οδήγησε μέχρι τα γερμανο-ολλανδικά σύνορα (ούτε μετανάστης χωρίς χαρτιά να ήταν!) και στο τέλος με την άγρια καταστολή των οπαδών του Ερντογάν που οργάνωσαν διαδήλωση διαμαρτυρίας (καταστολή, η αγριότητα της οποίας μεταδόθηκε με κάθε λεπτομέρεια από τα τηλεοπτικά κανάλια της Ολλανδίας), επεδίωξε να φιλοτεχνήσει για τον εαυτό του και το κόμμα του την εικόνα του «θεσμικού μουσουλμανοφάγου», σε αντίθεση με τον «απρόβλεπτο μουσουλμανοφάγο» Βίλντερς, που «μπορεί να βάλει τη χώρα σε περιπέτειες».
Δεν είναι τυχαίο ότι στο τελευταίο «ντιμπέιτ» ανάμεσα στον Ρούτε και τον Βίλντερς, ο τελευταίος έκανε σόου με ατάκες του τύπου «διώξτε αυτόν και βάλτε εμένα στο Τορέντιε» (το πρωθυπουργικό γραφείο), ενώ ο Ρούτε απαντούσε με ψυχραιμία και αποφασιστικότητα (που τις είχε προβάρει δεκάδες φορές με τους «ίματζ μέικερ»): «Ο Βίλντερς στέλνει tweets από τον καναπέ του σπιτιού του, όμως εγώ έχω να διοικήσω τη χώρα». Το μήνυμα ήταν σαφές: είμαστε και οι δύο εξίσου εχθρικοί στους κάθε είδους ισλαμιστές, όμως ο Βίλντερς μοιράζει «τιτιβίσματα», ενώ εγώ ασκώ διοίκηση και την ασκώ με τον πιο αποφασιστικό τρόπο, όπως σας έδειξα με την απαγόρευση των ομιλιών από τους ανθρώπους του Ερντογάν και με την πυξ-λαξ απέλαση της υπουργού του.
Ιδια είναι τα κίνητρα και της ηγεσίας των χριστιανοδημοκρατών στη Γερμανία, που επίσης απαγορεύει τη μία μετά την άλλη τις συγκεντρώσεις με ομιλητές υπουργούς της τουρκικής κυβέρνησης. Πρέπει να δείξουν στο συντηρητικό και εν πολλοίς ρατσιστικό εκλογικό τους ακροατήριο, ότι ξέρουν να ασκούν σκληρή εξωτερική πολιτική, ακόμα και αν η σκληρότητα απευθύνεται σε μια κυβέρνηση που κρατά στα χέρια της το «κλειδί» του Προσφυγικού. Εκείνοι που κατηγορούσαν τη Μέρκελ ότι κάνει τα χατίρια του Ερντογάν, έχασαν το πολιτικό τους έδαφος, καθώς η γερμανική κυβέρνηση έβαλε απαγορευτικό στις συγκεντρώσεις του Ερντογάν κι αυτός περιορίστηκε μόνο σε φραστικούς λεονταρισμούς, στους οποίους μάλιστα η Μέρκελ απαξίωσε να απαντήσει προσωπικά (στο «ντροπή σου» που ο Ερντογάν απηύθυνε στη Μέρκελ, απάντησε λακωνικά ο εκπρόσωπός της Στέφεν Ζάιμπερτ: «η καγκελάριος δεν έχει την πρόθεση να συμμετάσχει σε έναν ανταγωνισμό προκλήσεων»).
Και ο Ερντογάν; Εχει «κόψει τον άλυσο», όπως διατείνονται πολλοί στα ελληνικά ΜΜΕ; Ούτε παραγγελία να τις είχε αυτές τις απαγορεύσεις. Εκεί που οι υπουργοί του θα μιλούσαν σε ακροατήρια μερικών εκατοντάδων ανθρώπων (πολύ μικρό ποσοστό των τούρκων μεταναστών που έχουν διπλή υπηκοότητα συμμετέχουν στις εκλογικές διαδικασίες της Τουρκίας), βρέθηκε ο ίδιος μ' ένα θέμα στα χέρια, με το οποίο μπορεί να οργανώνει μια τεράστια επιχείρηση καταδημαγώγησης του τουρκικού λαού. Εκμεταλλεύεται σκόπιμα τις απαγορεύσεις προσπαθώντας να «επανενώσει» τις μουσουλμανικές μάζες υπό την ηγεσία του, κουκουλώνοντας τις διώξεις ενάντια (και) στους οπαδούς του Γκιουλέν. Είναι ένα πρόσθετο «ατού» στην προσπάθειά του να κερδίσει το δημοψήφισμα.








