Η μονοήμερη επίσκεψη του Μπαράκ Ομπάμα στη Γκάνα συνοδεύτηκε με μπόλικη σπέκουλα γύρω από τα «λάθη του παρελθόντος» και τις «μαύρες σελίδες της αμερικάνικης ιστορίας», που υποτίθεται ότι αποτελούν πλέον μακρινό παρελθόν. Ο Ομπάμα εκθείασε τη δημοκρατία της Γκάνα, «ξεχνώντας» ότι το 79% του πληθυσμού της χώρας ζει με λιγότερο από 2 δολάρια την ημέρα (σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, 17/3/08), ενώ αποτελεί τη δεύτερη παραγωγό χώρα χρυσού στην Αφρική και την ενδέκατη στον κόσμο.
Ομως, πίσω από τα ωραία λόγια κρύβονται πάντοτε τα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα. Αυτά τα συμφέροντα προασπίζεται ο Ομπάμα που βλέπει ότι οι Αμερικάνοι έχουν μείνει πίσω στην εκμετάλλευση της αφρικανικής ηπείρου. Αυτό τονιζόταν εδώ και χρόνια. Σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερς, «το αμερικάνικο μερίδιο είναι τόσο μικρό που τα αμερικάνικα κεφάλαια στην υποσαχάρια Αφρική φτάνουν μόλις στα 19.6 δισ. δολάρια, σύμφωνα με στοιχεία της αμερικάνικης κυβέρνησης» (Ρόιτερς, 7/11/07). Ποσό δηλαδή περίπου ίσο με το ένα τοις χιλίοις του συνόλου των αμερικάνικων κεφαλαίων στο εξωτερικό, που την ίδια περίοδο ξεπερνούσαν τα 18 τρισ. δολάρια («Διεθνής κατάσταση αμερικάνικων επενδύσεων, στα τέλη των ετών 2007 & 2008», Γραφείο Οικονομικής Ανάλυσης του υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ).
Το κενό από την έλλειψη αμερικάνικων επενδύσεων στην Αφρική έσπευσαν να καλύψουν η Κίνα και η Ινδία. Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου της Διάσκεψης του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη, που εκδόθηκε στις 27/3/07, «τα τελευταία χρόνια η Κίνα έχει γίνει μία από τους σημαντικότερους εταίρους της Αφρικής στο εμπόριο και την οικονομική συνεργασία. Το εμπόριο (εξαγωγές και εισαγωγές) μεταξύ Αφρικής και Κίνας αυξήθηκε από 11 δισ. δολάρια το 2000 σε 56 δισ. το 2006. Οι αξίες των άμεσων επενδύσεων στην Αφρική έφτασαν στα 1.6 δισ. δολάρια από το 2005, με τις κινέζικες εταιρίες να είναι παρούσες σε 48 αφρικάνικες χώρες, αν και η Αφρική εξακολουθεί να υπολογίζεται μόλις στο 3% των κινέζικων άμεσων επενδύσεων στο εξωτερικό». Οι Τάιμς της Ασίας (14/7/09) αναφέρουν ότι η Κίνα είναι πρόθυμη να χρηματοδοτήσει έργα υποδομής χωρίς τις ενοχλητικές προϋποθέσεις που ζητάνε οι δυτικές χώρες και γι’ αυτό το λόγο συχνά χλευάζεται ότι συνδιαλλάσσεται με δικτάτορες. «Από τότε που ξεκίνησε η κρίση –σημειώνουν οι Τάιμς της Ασίας– η Κίνα έχει εξαγγείλει τις προθέσεις της να διατηρήσει τα υπάρχοντα επίπεδα βοήθειας στην Αφρική, προώθησε την μίνι-αναπτυξιακή τράπεζα του 1 δισ. δολαρίων, το Ταμείο Κινεζοαφρικανικής Ανάπτυξης και έστειλε τη Βιομηχανική και Εμπορική Τράπεζα της Κίνας (επενδυτική τράπεζα που έχει αναλάβει την Αφρική και κατά 20% εταίρο στη νοτιοαφρικανική τράπεζα Standard Bank) στο δρόμο για την αναζήτηση επενδυτικών έργων».
Στο ίδιο μήκος κύματος, οι Financial Times επισημαίνουν ότι «το ευρωπαϊκό εμπόριο με την Αφρική είναι ακόμα πάνω από διπλάσιο σε σχέση με αυτό της Κίνας και οι ευρωπαϊκές άμεσες επενδύσεις είναι επίσης κατά πολύ μεγαλύτερες. Ωστόσο, το εμπόριο των κρατών της BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα) αναπτύσσεται πολύ πιο γρήγορα, αυξανόμενο από τα 16 δισ. δολάρια το 2000 στα 157 δισ. το 2008. Επιπρόσθετα, η Ευρώπη βλέπει την Αφρική σαν ένα βάρος. Κινέζοι, Βραζιλιάνοι, Ινδοί και άλλοι τη βλέπουν σαν μια ευκαιρία» (Financial Times, 3/7/09).
Με το στένεμα των αγορών και την πτώση της κατανάλωσης παγκόσμια, οι αμερικάνικες εταιρίες ξαναρχίζουν να ενδιαφέρονται για την Αφρική. Σύμφωνα με έκθεση του Αμερικάνικου Εμπορικού Επιμελητήριου, που έγινε σε συνεργασία με άλλα ιδρύματα και δημοσιεύτηκε στις 19 Μάη του 2009 στην Ουάσινγκτον, το αμερικάνικο ενδιαφέρον για την εκμετάλλευση της Αφρικής αυξάνεται, όχι μόνο στους παραδοσιακούς τομείς της εξορυκτικής βιομηχανίας και του πετρελαίου, αλλά και στον τεχνολογικό τομέα. Εντούτοις, σύμφωνα με την έκθεση, οι αμερικάνοι καπιταλιστές είναι ακόμα διστακτικοί λόγω του ρίσκου, σε αντίθεση με τους Κινέζους που αυξάνουν τις επενδύσεις τους.
Οι χρόνιοι πόλεμοι και οι εμφύλιες συρράξεις που συντάραξαν την Αφρική τις τελευταίες δεκαετίες καθώς και η ανάπτυξη των ασιατικών αγορών (Κίνα, Ινδία κτλ) συνετέλεσαν στη μείωση των ξένων επενδύσεων στην αφρικανική ήπειρο. Σύμφωνα με πρώην στέλεχος μιας από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Νότιας Αφρικής (ABSA), ονόματι Christo Luus, το μερίδιο της Αφρικής στις άμεσες επενδύσεις έχει μειωθεί από τη δεκαετία του ’70, τότε που αντιστοιχούσε στο 5.4% των παγκόσμιων άμεσων επενδύσεων. Την εποχή εκείνη, οι επενδύσεις στην Αφρική ήταν μόλις μια ποσοστιαία μονάδα κάτω από τις επενδύσεις στην ασιατική ήπειρο (6.4%). Από τη δεκαετία του ’80, όμως, οι επενδύσεις στην Αφρική άρχισαν να υποχωρούν στο 2.2% κατά μέσο όρο, ενώ οι επενδύσεις στην Ασία αυξήθηκαν στο 17.3% του συνόλου των παγκόσμιων επενδύσεων (Business Community, 21/5/09). Σήμερα, οι άμεσες επενδύσεις στην Αφρική κυμαίνονται γύρω στο 3% του συνόλου των άμεσων επενδύσεων παγκόσμια (σύμφωνα με τα στοιχεία της «Εκθεσης για τις Παγκόσμιες Επενδύσεις», που δημοσιεύτηκε από τον ΟΗΕ το 2008).
Με την οικονομική κρίση να βαθαίνει και την ανάγκη του κεφαλαίου να αναζητήσει ακόμα πιο φτηνό εργατικό δυναμικό, η Αφρική αποτελεί μια πρώτης τάξης ευκαιρία για να κάνουν μπίζνες οι ξένες πολυεθνικές. Με προκάλυμμα την «οικονομική βοήθεια» οι ξένες εταιρίες θα εφορμήσουν στην Αφρική και ο ανταγωνισμός θα γεννήσει νέα πεδία αντιπαραθέσεων. Για την ώρα, η Δύση παραμένει διστακτική, πράγμα που αποτυπώθηκε και στη σύνοδο των G8 στη Λ’ Ακουϊλα της Ιταλίας, όπου συμφώνησαν ότι θα δώσουν μόλις 20 δισ. δολάρια για επενδύσεις, από τα οποία μόνο τα 3.5 αντιστοιχούσαν στις ΗΠΑ (ποσό μικρότερο από το 0.35% του 1 τρισ. δολαρίων, που διαθέτει η αμερικάνικη κυβέρνηση για τη στήριξη των επιχειρήσεων και την αγορά των «τοξικών» χρεών των τραπεζών).