Η έκτη επέτειος της εξέγερσης κατά του Ασαντ στη Συρία, συνέπεσε με το μποϊκοτάρισμα του τρίτου γύρου των «ειρηνευτικών» διαπραγματεύσεων από τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη συνέχιση των ρωσικών αεροπορικών βομβαρδισμών και των κυβερνητικών επιθέσεων παρά την «εκεχειρία». Οι διαπραγματεύσεις θα διεξάγονταν στην πόλη Αστάνα του Καζαχστάν, όπως και οι δύο προηγούμενες. Ομως η αρχική αισιοδοξία του πρώτου γύρου (στον οποίο συμμετείχε μεγάλο μέρος των αντικαθεστωτικών ανταρτών) σταδιακά άρχισε να ξεφτίζει. Από το δεύτερο γύρο, ομάδες ανταρτών άρχισαν να ενοχλούνται από την άρνηση του καθεστώτος να απομακρύνει τον Ασαντ και από τις συνεχιζόμενες κυβερνητικές επιθέσεις που έκαναν ακόμα και τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό (FSA) να ανακοινώσει ότι θα συνεχίζει να πολεμάει τις κυβερνητικές δυνάμεις που μαζί με τους Κούρδους της Συρίας εκδίωξαν το ISIS από ορισμένες περιοχές και κύκλωσαν τον FSA.
Ο επικεφαλής των κυβερνητικών δυνάμεων, Μπασάρ Αλ Τζααφάρι, κατηγόρησε ευθέως την Τουρκία (η οποία μαζί με το Ιράν και τη Ρωσία αποτελεί την τρίτη «εγγυήτρια δύναμη») για το μποϊκοτάρισμα, αφού κάποιοι από τους αντάρτες ελέγχονται από αυτήν. Σα να μην τρέχει τίποτα, όμως, ο Τζααφάρι δήλωσε ότι η απουσία των αντικαθεστωτικών ανταρτών δεν πρόκειται να επηρεάσει τις διαπραγματεύσεις (αλήθεια, ποιος θα διαπραγματευτεί με ποιον, αν δεν συμμετέχουν οι αντικαθεστωτικοί;), αφού «δεν είμαστε εδώ για να συναντήσουμε ένοπλες ομάδες αλλά για να συναντήσουμε τους συμμάχους μας από τη Ρωσία και το Ιράν και να τους δείξουμε τη δέσμευσή μας σχετικά με τις συνομιλίες στην Αστάνα»!
Η εξέλιξη φαινόταν να οδηγείται σε προδιαγεγραμμένη αποτυχία, όπως τονίσαμε στα προηγούμενα φύλλα της «Κ», αφού το καθεστώς παραμένει ισχυρό και ο Ασαντ δεν κουνιέται από την καρέκλα του. Η ισχυρή ρωσική στρατιωτική υποστήριξη του δίνει τον αέρα του νικητή, γι’ αυτό και θα το τραβήξει μέχρι τέλους, αδιαφορώντας για τις συνέπειες στο λαό, που στενάζει από τις κακουχίες, την ολοσχερή καταστροφή πόλεων (σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις, το 83% του ηλεκτρικού δικτύου της χώρας έχει υποστεί καταστροφές) και τον πόλεμο. Γι’ αυτό και το συριακό καθεστώς αδιαφορεί για τις καταγγελίες του ΟΗΕ, όπως αυτή για τις επιθέσεις στα δίκτυα ύδρευσης έξω από την πρωτεύουσα. Το συριακό καθεστώς προσπάθησε να ρίξει τις ευθύνες για την καταστροφή αυτή στους αντικαθεστωτικούς αντάρτες, όμως οι αξιωματούχοι του ΟΗΕ αναφέρουν ότι οι καταστροφές προκλήθηκαν από αεροπορικές επιθέσεις που οι αντάρτες δε θα μπορούσαν να κάνουν (αφού δεν έχουν αεροπορία)!
Αυτή τη στιγμή, 13.5 εκατομμύρια Σύριοι χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια μέσα στη Συρία (πάνω από το μισό του πληθυσμού, των 23 εκατομμυρίων) και γύρω στα 11 εκατομμύρια υπολογίζεται ότι είναι οι πρόσφυγες μέσα και έξω από τη χώρα. Σύμφωνα με την Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), 4.8 εκατομμύρια έχουν μεταναστεύσει στην Τουρκία, το Λίβανο, την Ιορδανία, την Αίγυπτο και το Ιράκ και άλλα 6.6 εκατομμύρια είναι εσωτερικοί πρόσφυγες μέσα στη Συρία. Γύρω στο ένα εκατομμύριο έχουν ζητήσει άσυλο στην Ευρώπη (από τους οποίους 300.000 στη Γερμανία και 100.000 στη Σουηδία).
Η συριακή εξέγερση έχει μετατραπεί σε λουτρό αίματος. Αυτό δεν έγινε γιατί κάποιοι διάλεξαν να διαλύσουν τη Συρία, όπως υποστηρίζουν οι θιασώτες των συνομωσιολογικών θεωριών (που ανθίζουν πολύ στις μέρες μας), αλλά γιατί ο Ασαντ βρήκε ισχυρή στρατιωτικοπολιτική στήριξη από τη Ρωσία και οι αντικαθεστωτικοί είναι διασπασμένοι και ανίκανοι να συσπειρώσουν το λαό σε αντιιμπεριαλιστική και επαναστατική κατεύθυνση. Επόμενο είναι, τμήματα του πληθυσμού να κουραστούν και να αποδεχτούν τον Ασαντ σαν «αναγκαίο κακό». Αυτό όμως δε σημαίνει ότι είναι λαοφιλής κι ότι το καθεστώς αυτό δεν κλονίστηκε από τη λαϊκή δυσαρέσκεια, που αγκάλιασε δεκάδες πόλεις και χωριά το Μάρτη του 2011. Τότε που ο Ασαντ βρέθηκε αντιμέτωπος με διαδηλώσεις εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων, από την πόλη Ντεράα (με 77.000 κατοίκους, στο Νότο, κοντά στα σύνορα με την Ιορδανία, που αποτέλεσε και το επίκεντρο της εξέγερσης) και την Χομς (τρίτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας, 160 χιλιόμετρα βόρεια της Δαμασκού), μέχρι τα προάστια της πρωτεύουσας και τις περιοχές με έντονο το κουρδικό στοιχείο.








